Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2021
16 C
Argostoli

kefaloniastatus@gmail.com

Εφημερεύοντα Φαρμακεία

spot_img

ΜΕΝΟΥ / ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Γιατί η Αριστερά κατέγραψε τέτοιας έκτασης ήττα στη Γερμανία;

Toυ Δημήτρη Ραπίδη, Πολιτικού Επιστήμονα & Δημοσιογράφου, συνιδρυτής του Rosa.gr – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στην ειδική έκδοση «Γερμανικές εκλογές: Οι νέοι συσχετισμοί & η Ευρώπη», που δημοσιεύουν ο Κύκλος Ευρωπαϊκών & Διεθνών Αναλύσεων του ΕΝΑ και το Rosa.gr →

Οι ομοσπονδιακές εκλογές στη Γερμανία θα μπορούσαν σίγουρα να έχουν ακόμη χειρότερη έκβαση για το Die Linke (Αριστερά), εάν δεν κατάφερνε αυτό που με δυσκολία πέτυχε, δηλαδή να διασφαλίσει την είσοδο στη γερμανική Βουλή, τη στιγμή που το ευρύτερο κεντροαριστερό-προοδευτικό τόξο κατήγαγε στο σύνολό του σημαντικές νίκες: Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) υπό τον Όλαφ Σολτς και οι Πράσινοι της Αναλένα Μπέρμποκ κέρδισαν το καθένα πάνω από 5% σε σχέση με τα απογοητευτικά αποτελέσματα του 2017. Στον αντίποδα, οι Χριστιανοδημοκράτες/Χριστιανοκοινωνιστές (CDU/CSU) και η ακροδεξιά του AfD κατέγραψαν σημαντικές απώλειες.

Οι εκλογές αυτές αποτέλεσαν ένα μάθημα ρεαλισμού για το κόμμα της Αριστεράς, το οποίο ακόμα μένει προσκολλημένο σε μια άλλη εποχή, αναπτύσσοντας σκληρές αντιστάσεις απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις και κυρίως στις ανησυχίες νεολαίας και εργατικής τάξης. Ένα κόμμα που μοιάζει γερασμένο και κουρασμένο, χωρίς ιδέες και φρεσκάδα, χωρίς να μπορεί να πείσει με την κοινωνική του ατζέντα. Ο χώρος χρειάζεται ριζική ανασύσταση και γείωση με την πραγματικότητα και την κοινωνία πριν απορροφηθεί πλήρως από άλλα πολιτικά σχήματα. Άλλωστε η εκλογικές απώλειες της Αριστεράς, σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα κέρδη του SPD και των Πρασίνων, φανερώνουν την ύπαρξη συγκοινωνούντων δοχείων.

Η κατάρρευση της υπόσχεσης για προοδευτικό συνασπισμό «RedRedGreen»

Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι -μαθηματικά- ένας συνασπισμός «Red-Red-Green», Σοσιαλδημοκράτες-Αριστερά-Πράσινοι, ήταν πιθανός και θα μπορούσε να προσφέρει μια προοδευτική, εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης στη Γερμανία. Εάν το Die Linke είχε καταγράψει καλύτερη επίδοση, ένας τέτοιος συνασπισμός θα ήταν πιθανός «στα χαρτιά», ωστόσο αυτό θα προϋπέθετε και μια ακόμη ριζικότερη μετατόπιση του εκλογικού σώματος προς τα Αριστερά, αλλά κυρίως μια μετατόπιση της κεντρικής πολιτικής ζωής. Επί της ουσίας όμως, το Die Linke και καλύτερες επιδόσεις να κατέγραφε δεν θα μπορούσε να είναι ισότιμος συνομιλητής με το SPD και τους Πράσινους για τον απλούστατο λόγο ότι -με την παρούσα ηγεσία και την πολιτική κουλτούρα που κουβαλά- θα ήταν περισσότερο τροχοπέδη παρά συνδετικός κρίκος σε μια συγκυβέρνηση με τους δύο παραπάνω εταίρους.

Η υποστήριξη προς το κόμμα μειώθηκε στο μισό, από 9,2% σε 4,9% – «γλιστρώντας» κάτω από το όριο του 5% για την είσοδο στο Κοινοβούλιο. Η συνέχιση της παρουσίας του με 39 βουλευτές (έναντι 69 βουλευτών στην προηγούμενη θητεία) θα μπορούσε να πει κάποιος ότι είναι δώρο της τύχης, ωστόσο εξασφαλίστηκε λόγω του γερμανικού εκλογικού νόμου: Επειδή κέρδισε τρεις εκλογικές περιφέρειες με απλή αναλογική στο Βερολίνο και τη Λειψία, λαμβάνοντας το υπόλοιπο των εδρών του σύμφωνα με την αναλογική εκπροσώπηση. Ως εκ τούτου, μερικές χιλιάδες ψήφοι σε δύο πόλεις στο ανατολικό τμήμα της χώρας «έσωσαν» το Die Linke από την ολοκληρωτική κοινοβουλευτική εξαφάνιση σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Και οι τρεις περιφέρειες κερδήθηκαν χάρη σε προσωπικές ψήφους σεβαστών και εμβληματικών προσωπικοτήτων, όπως του Γκρέγκορ Γκίζι, πρώην προέδρου της κοινοβουλευτικής ομάδας και επικεφαλής του κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, ο οποίος διασφάλισε για ακόμη μια φορά την παρουσία του κόμματος στη Bundestag.

Πλήρως αποτυχημένη στρατηγική

Η ηγεσία του Die Linke αντέδρασε στην ηχηρή ήττα με τις συνήθεις απολογητικές ερμηνείες, υποσχόμενη «ενδοσκόπηση» και «προσεκτική αξιολόγηση». Η εκλογική στρατηγική του κόμματος απέτυχε σε όλα τα μέτωπα και επίπεδα. Τα τελευταία χρόνια, το Die Linke έχει καταστεί μια ετερόκλητη πλατφόρμα προώθησης ακτιβιστικών αιτημάτων, που δεν μετουσιώνονται σε ρεαλιστικές, προοδευτικές προτάσεις διακυβέρνησης. Η πολιτική πλατφόρμα του κόμματος μπέρδευε τα διαφορετικά πλην όμορα εκλογικά ακροατήρια, που έσπευσαν να ανανεώσουν τον γηραίο εσωτερικό μηχανισμό, προερχόμενα κυρίως από την εργατική τάξη στα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Μέσα σε αυτό το πολυποίκιλο αλλά ασύνδετο πολιτικό μωσαϊκό που είχε διαμορφώσει η ηγεσία, οι ψηφοφόροι ήρθαν αντιμέτωποι με χαοτικά κι αντιφατικά μηνύματα. Αντί να διαμορφωθεί μια ατζέντα με βασικά θέματα γύρω από τα οποία το κόμμα είχε συγκριτικό πλεονέκτημα, όπως π.χ. τα ζητήματα των χαμηλών μισθών, της εργασιακής επισφάλειας ή της στεγαστικής κρίσης, διαμορφώθηκε μια χαοτική κι ασυντόνιστη δημόσια εικόνα, με βαρετά τσιτάτα από τους υποψήφιους περί «ριζοσπαστικής στροφής», που περισσότερο ενίσχυε τα αδιέξοδα της χρόνιας εσωστρέφειας, παρά έκανε «άνοιγμα» σε νέες κοινωνικές κι επαγγελματικές ομάδες. Το αποτέλεσμα ήταν όχι μόνο να μην αυξηθούν τα ποσοστά, αντίθετα να υπάρξουν τεράστιες διαρροές προς άλλα κόμματα, κυρίως προς το SPD.

Ακτιβισμός χωρίς πολιτική πρόταση οδηγεί σε αδιέξοδο

Η περισσότερο ακτιβιστική πτέρυγα του κόμματος έσπευσε να επισημάνει την επιτυχία του δημοψηφίσματος για τη στέγαση στο Βερολίνο ως απόδειξη ότι το μέλλον ανήκει στην «κινηματική πολιτική». Ωστόσο αυτή είναι μια προβληματική προσέγγιση, καθώς συγχέει την εκστρατεία για ένα συγκεκριμένο θέμα με την οικοδόμηση των θεμελίων για μια ευρύτερη, εθνική εκλογική καμπάνια και στρατηγική.

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στο Βερολίνο, ανήμερα των εκλογών, δείχνει ότι η αριστερή πολιτική – ακόμη και όταν παρουσιάζεται με όρους ρητά ριζοσπαστικών αιτημάτων – είναι ευρέως δημοφιλής και μπορεί να οδηγήσει σε συγκεκριμένα, θετικά για την κοινωνική πλειοψηφία αποτελέσματα. Εντούτοις, αυτή η επιτυχημένη εκστρατεία δεν αντικανακλάται στην εκλογική  ενδυνάμωση του Die Linke. Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο ψηφοφόροι του Βερολίνου επέλεξαν την κοινωνικοποίηση των κατοικιών που ανήκουν σε εταιρείες, ωστόσο οι ψηφοφόροι του κόμματος που στήριξαν το δημοψήφισμα δεν είναι πάνω από 250-300.000 -και το Βερολίνο είναι μια περιοχή που το Linke σημειώνει από τα υψηλότερα ποσοστά του. Με άλλα λόγια, όπως και πολλοί άλλοι ψηφοφόροι σε ολόκληρη τη χώρα, οι Βερολινέζοι θέλουν αριστερές πολιτικές, αλλά δυσπιστούν βαθιά για το πως αυτό μπορεί να επιτευχθεί από την Αριστερά, με την απογοητευτικό αποτέλεσμα των ομοσπονδιακών εκλογών να αποτελεί καθρέφτη αυτού του αδιεξόδου και της αδυναμίας προώθησης πολιτικών που στοχεύουν μακροπρόθεσμα στον ταξικό μετασχηματισμό.

Τι μένει για την επόμενη μέρα;

Για την κυρίαρχη πολιτική και οικονομική ελίτ της Γερμανίας, ο «κίνδυνος» μιας ανερχόμενης και δυναμικής Αριστεράς έχει πλέον αποτραπεί για το ορατό μέλλον. Για τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα τους πιο αδύναμους, και τους ανέργους της Γερμανίας, η κατάσταση αναμένεται να δυσκολέψει, ειδικά εάν το SPD ενσκήψει σε μια αυστηρή πολιτική λιτότητας με πίεση από το FDP, έπειτα κι από τη δημοσιονομική χαλάρωση που επέφερε η πανδημία.

Την ίδια στιγμή, παρά το γεγονός ότι το εκλογικό αποτέλεσμα αποδυναμώνει εξαιρετικά το Die Linke εντός Κοινοβουλίου, δεν είναι αρκετά καταστροφικό ώστε να επιβάλει μια πραγματική ανανέωση σε ό,τι αφορά την εσωτερική ανθρωπογεωγραφία, τις θέσεις ευθύνης και τη στρατηγική. Ούτε ο Dietmar Bartsch ούτε η Janine Wissler, που από κοινού ηγούνται του κόμματος, τα πήγαν ιδιαίτερα άσχημα τους τελευταίους μήνες, με μερικές δυνατές εμφανίσεις σε πολιτικά talk show, ωστόσο αυτό δεν αρκούσε για να αντισταθμίσει τους ερασιτεχνισμούς στο επίπεδο της πολιτικής επικοινωνίας. Η διατήρηση του παρουσίας του Die Linke στη Βουλή σημαίνει ότι οι κύριοι υπεύθυνοι για το αποκαρδιωτικό εκλογικό αποτέλεσμα θα μπορέσουν πιθανότατα να διατηρήσουν τις θέσεις τους, εξέλιξη που δεν βοηθά στην αναζωογόνηση και αλλαγή πορείας το επόμενο διάστημα.

Σε σχέση με την εκλογική στρατηγική, το κόμμα δεν μπορεί φανερά πλέον να βασιστεί σε μικρές πλειοψηφίες και σε μια «χούφτα» αστικών περιοχών στα ανατολικά της χώρας, όπου κέρδισαν έδρες τα παλαιότερα και πιο εμβληματικά στελέχη. Πρέπει να αναπτύξει ένα πολιτικό όραμα που να συνδέεται με σημαντικά τμήματα της κοινωνικής πλειοψηφίας και να αναζητήσει γενναία στήριξη -σε επίπεδο στελεχών και πολιτικής κουλτούρας- από νεότερα στελέχη και ψηφοφόρους. Η εμπειρία έχει δείξει, όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στην υπόλοιπη ΕΕ, ότι τα επιτυχημένα κόμματα της Αριστεράς μπορούν και πρέπει να ενώνουν και να εμπνέουν ετερόκλητες ομάδες με ένα ισχυρό ενοποιητικό μήνυμα, με ισχυρές ταξικές αναφορές, αντί να στοχεύουν μικροσκοπικά σε κάθε ακτιβιστική ομάδα με μαξιμαλιστικά αιτήματα.

ΠΗΓΗΕΝΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

3,671ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,393ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
9ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
85ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

error: Το περιεχόμενο προστατεύεται