Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024
33 C
Argostoli

kefaloniastatus@gmail.com

Εφημερεύοντα Φαρμακεία

spot_img

ΜΕΝΟΥ / ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Κάλτσες και σώβρακα

Ήλθε προχθές μέσα στο μαγαζί αυτή ξανθιά από την τηλεόραση και μου ζήτησε να της πω για τη ζωή μου. Όχι, ήλθε και μου ζήτησε να της πω για τη δουλειά, την «επιχείρηση» μου. Πως τα βλέπω τα πράγματα με κλειστό το μαγαζί, πως τα βγάζουμε πέρα εμείς οι μαγαζάτορες του κέντρου της Αθήνας. Τι γίνεται με τα έξοδα που τρέχουν,  αυτά που λέμε τα πάγια, αν τρώμε από τα έτοιμα, αν θα αντέξουμε τόσο καιρό κλειστοί, αν θα καταφέρουμε να ανοίξουμε πάλι, αν πήρα το βοήθημα που έδωσε η κυβέρνηση… Της απάντησα σε όλα και της έδειξα το χαρτί που είχα κολλήσει στην πόρτα, για να μην ξεχνάμε πως το πήρα το κόκκαλο από το ΕΣΠΑ και να βλέπει ο καθένας πως το κράτος έχει κάνει ότι μπορεί για την περίπτωσή μου.

 Ήταν εκεί και ο οπερατέρ και έπαιρνε με την κάμερά του, όλα όσα έλεγα. Κάθε απάντηση, κάθε αναστεναγμό, κάθε σύσπαση τρόμου στο πρόσωπο μου, την ώρα που αναλογιζόμουν πως μπορεί να το ‘χανα το μαγαζί, πως μπορεί να έπεφτα ακόμα πιο χαμηλά, ακολουθώντας την αγαπημένη φράση της μάνας μου. Και σκέφτηκα: θα γίνω σταρ; Θα δείξουν στην εκπομπή το Μανώλη Γκολέ να εκπροσωπεί το θάνατο του εμποράκου; Λες μέσα από τη κατάντια του στριμωγμένου – τίγκα στις κάλτσες και τα σώβρακα – διαδρόμου, που χάριν ευφωνίας και μεγάλης φαντασίας, ονομάζω μαγαζί, να γίνω viral; Να κυκλοφορήσω και στα face book, να γευτώ τη χαρά μιας σύντομης δημοσιότητας;

Αυτά σκεφτόμουν καθώς γύριζα σπίτι μου στο Κουκάκι, στο τριάρι που μένω μαζί με τη μάνα μου τη Γίτσα. Να της το πω ή να της το αφήσω για έκπληξη; σκεφτόμουν. Μήπως να γυρίσω τυχαία το κανάλι στην «Πρωινή ενημέρωση» για να μείνει ξερή; Γιατί θα έμενε ήμουνα σίγουρος. Έβλεπε κάθε σαχλαμάρα σήριαλ, με προτίμηση στα ριάλιτι, και εντυπωσιαζόταν με το πώς έδειχνε στο γυαλί ο ένας και ο άλλος άσχετος. Τι θα ‘λεγε αν έβλεπε εμένα;

Δεν είπα τίποτα. Αλλά η έκπληξη δεν ήταν για τη Γίτσα, που όντως εντυπωσιάστηκε που είδε τον κανακάρη της των 45 ετών, να δείχνει πιο χοντρός και πιο μαραζωμένος στο γυαλί.  Η έκπληξη ήταν για μένα. Τίποτα απ’ όσα είπα δεν ακούστηκε! Ούτε ο εμποράκος, ούτε ο θάνατος στην Αγίου Μάρκου, στην τρύπα με τα σώβρακα και τις κάλτσες! Το μόνο που κράτησαν από τη συνέντευξη, ήταν η στιγμή που έδειχνα το χαρτί στην πόρτα. Το χαρτί που γράφει πως τα πήρα τα κολολεφτά τους και μάλιστα ήταν και 800 ευρά.! Αυτό και μόνο αυτό! Πιάστηκα κότσος! Νόμιζα πως θα εμφανιζόμουν o συνδικαλιστής, ο αγανακτισμένος πολίτης, αφού η βόμβα του κορωνοϊού έσκασε στα χέρια των πιο ανίκανων να υπερασπιστούν και μένα και τους χιλιάδες σαν και μένα! Γιατί τα είχα πει όλα αυτά! Με παρρησία και τη δέουσα τραγικότητα…

 Ο καφές μου ήταν πικρός και είχε τη γεύση της εξαπάτησης. Στην αρχή λυπήθηκα και ήμουν έτοιμος να σούρω στον εαυτό μου όλα αυτά, που σε τακτά διαστήματα μου φώναζε η μάνα μου. Δε στάθηκα ικανός να κρατήσω το μαγαζί του μακαρίτη του πατέρα μου. Ψέματα; Δεν είχα φαντασία, πονηριά, δαιμόνιο, ιδέες… Όσα χρειάζεται το εμπόριο. Από καπατσοσύνη πάτος. Άδικο είχε; Πως την έφαγα την πατάτα με την τηλεόραση; Μου λες; Πρωταθλητής αφέλειας!

Από το μεσημέρι και μετά τα πράγματα μέσα μου άλλαξαν. Η αυτολύπηση έγινε θυμός για τα μίντια και την εξαπάτηση. Γι’ αυτούς τους καραγκιόζηδες, που υπηρετούν την ενημέρωση. Που με πετσοκόψανε!

 Το βράδυ η στενοχώρια και η αυτολύπηση ήλθαν πάλι  στο δωμάτιό μου και αυτή τη φορά  έκατσαν δίπλα μου, στο κρεβάτι μου. Ούτε ψύλλος στον κόρφο μου! Μου ψιθύριζαν ιστορίες αποτυχιών που νόμιζα πως τις είχα προ πολλού ξεχάσει! Τελικά ένα πρόχειρο θάψιμο τους είχα κάνει, και με την πρώτη ξανθούλα που μου ‘βαλε το μικρόφωνο στη μούρη, ήλθανε φρέσκιες φρέσκιες, της ώρας!

 Ένιωθα ξένος. Ξένος από τη ζωή που κάποτε φαντάστηκα ότι θα έκανα, ξένος απ’ αυτό το δωμάτιο, από το σπίτι, από τη μονίμως ανικανοποίητη μάνα μου, ξένος, ξένος, ξένος. Σαν το Γιούρι που ζει στην Αθήνα τουλάχιστον πέντε χρόνια και δε σταύρωσε ζωή… Είναι βλέπεις σαν και μένα στα χρόνια, και έμεινε ξένος και άστεγος στην Αιόλου, εκατό μέτρα από το μαγαζί… Να ζητιανεύει για το πιοτό του και να τρώει στο δημαρχείο την καθημερινή του μερίδα. Τώρα θα ‘τανε στο δρόμο, και είναι Δεκέμβρης…

Όλα τα μαύρα απόψε μού ‘ρθανε! Τι να κάνεις ρε μαγκούφη Γιούρι;

 Ένας κλαμένος Καζαντζίδης ήμουνα… Και τότε μου ήλθε η ιδέα σα διέξοδος, σα φωτεινό μονοπάτι στο θολό μου τοπίο. Σηκώθηκα, πήρα τα κλειδιά έστειλα ένα sms Β4 (παροχή βοήθειας σε άτομο που έχει ανάγκη), έβαλα μάσκα, και έφυγα για την Αιόλου. Θα έδινα καταφύγιο στο Γιούρι, το κολομάγαζο. Κλειστό και κλειστό. Να φανεί και κάπου χρήσιμο, να κάμω έναν άνθρωπο να χαμογελάσει, και να ζεσταθεί… Εξάλλου τι μπορεί να μου κάμει στο μαγαζί ο Γιούρι; Να μου κλέψει το εμπόρευμα; Μακάρι… να βάλει και αυτός κανένα καθαρό σώβρακο!

Ειρήνη Τζαννάτου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ