Χθες πριν κατηφορίσουμε για την θάλασσα να κάνουμε το μπανάκι μας, είπαμε να πιούμε έναν καφέ και να απολαύσουμε τη φύση. Σταματήσαμε σ’ ένα ωραίο καφενείο με πολύ ωραία θέα. Επιλέξαμε ένα τραπέζι και καθίσαμε. Εμφανίστηκε μια κυρία για να πάρει την παραγγελία. Ήμασταν οι μοναδικοί πελάτες.
“Τι γίνεται, ο κόσμος δεν πίνει καφέ;” τη ρώτησε χαριτολογώντας ο άνδρας μου.
“Είναι ακόμη νωρίς για τους χωριανούς. Κάποιοι περαστικοί θα σταματήσουν και μάλιστα Κυριακή πρωί, όπως εσείς. Συνήθως πολλή δουλειά έχουμε τις απογευματινές και βραδινές ώρες”.
“Καλή δουλειά λοιπόν, καλό καλοκαίρι και εύχομαι όλα καλά και να ξετινάξουμε από πάνω μας τον κορωνοϊό, να πάρουμε ανάσα”, της απάντησε ο άνδρας μου.
Σαν Κεφαλονίτες και οι δύο έπιασαν την κουβέντα. Η κυρία σε απόσταση σ’ άλλο τραπέζι και με τη μάσκα φυσικά. Και ήρθε η κουβέντα στα εμβόλια.
“Εμείς και οι δύο έχουμε τελειώσει. Μόνο η γυναίκα μου θέλει ακόμη μια εβδομάδα, για να είναι πιο ασφαλής”, της είπε ο άνδρας μου.
“Άχ και εγώ έχω κάνει το μονοδοσικό και θέλω κάποιες ημέρες ακόμη, για περισσότερη ασφάλεια”. Τράβηξε την καρέκλα της και ήρθε πιο κοντά μας. Έλαμψε το πρόσωπό της.
“Να ξέρετε πόσο ασφάλεια νοιώθω όταν μαθαίνω, ότι κάποιοι πελάτες έχουν κάνει το εμβόλιο. Είναι δύσκολη η δουλειά μου και είμαι υποχρεωμένη όλους να τους σερβίρω. Αλλά και τί να κάνω. Τρέμω στην ιδέα, ότι μπορώ να μεταφέρω τον ιό στο σπίτι μου. Έχω τρεις κόρες και τώρα άνοιξε η πλατφόρμα για το μονοδοσικό εμβόλιο. Ακόμη δεν το έκαναν. Η μεγαλύτερη 25 χρονών και δουλεύει εδώ στο μαγαζί, η άλλη φοιτήτρια εξ αποστάσεως και η μικρότερη στην τελευταία τάξη του Λυκείου και τώρα ετοιμάζεται για πανελλήνιες. Πόσο φοβάμαι μη μου αρρωστήσουν. Άχ να το καταλάβαιναν όλοι, πόσο απαραίτητο είναι το εμβόλιο. Μόνο έτσι θα γλυτώσουμε αλλά δυστυχώς υπάρχουν και αρνητές και άντε να τους πείσεις να εμβολιαστούν. Τουλάχιστον να εμβολιαστούν οι κόρες μου”. Μας είπε κάπως ανήσυχη.
Έφυγα από το μαγαζί και σκέφτηκα την συνάντηση που είχα πριν λίγες ημέρες στο Αργοστόλι. Βάδιζα μασκοφορεμένη στο δρόμο και ακούω μια φωνή.
“Γειά σου Αρετή, τί κάνεις; Τρόμαξα να σε γνωρίσω με τη μάσκα”. Γυρίζω και βλέπω μια γνωστή μου. Χαιρετηθήκαμε από απόσταση, λόγω των μέτρων.
“Άχ τι είναι αυτό που ζούμε, με τα φίμωτρα που μας επέβαλαν”.
“Και τι να κάνουμε; Για την ασφάλειά μας”, της απαντώ.
“Έκανες το εμβόλιο”; με ρωτά.
“Ναι την πρώτη δόση και τώρα πηγαίνω στο νοσοκομείο για τη δεύτερη δόση”, της απαντώ. Αυτομάτως σαν να την τσίμπησε μύγα τσε – τσε, τραβιέται και απομακρύνεται πιο πολύ από κοντά μου. Δε δίνω σημασία.
“Εσύ”; τη ρωτώ.
“Δεν θα γίνω ένα νούμερο στην στατιστική τους. της εκατόμβης των νεκρών”, μου απαντά με ύφος και έφυγε τρέχοντας χωρίς καν να με χαιρετήσει.
Απόρησα για τη στάση της δηλαδή στο να φύγει τροχάδην. Πήγα στο νοσοκομείο και έκανα τη δεύτερη δόση. Μετά από δυο τρεις ημέρες, διηγήθηκα το συμβάν σε κοινή γνωστή μας.
“Α! Μα στην Ε…. έπεσες. Αυτή είναι όχι μόνον αρνήτρια, αλλά πιστεύει ακράδαντα, ότι οι εμβολιασμένοι μεταδίδουν τον ιό και μολύνουν όποιον έρχεται σ’ επαφή μαζί τους. Γι’ αυτό και έφυγε τρέχοντας”.
Πως καταντήσαμε! Διχασμένη κοινωνία. Οι μεν και οι δε. Προσωπικά είμαι υπέρ του εμβολιασμού, γι’ αυτό και το έκανα. Δε δέχομαι, ότι με τα εμβόλια πειραματίζονται επάνω μας. Η Ιατρική εξελίσσεται. Πριν από χρόνια, κάποια γυναικολογική επέμβαση που έκανα, θα την έκανα με ανοιχτή τομή. Όμως με την εξέλιξη της επιστήμης την έκανα λαπαροσκοπικά με ένα βράδυ νοσηλείας. Γιατί να μην υπάρχει εξέλιξη και στα εμβόλια; Γιατί οι γιατροί, που επισκεφτήκαμε το τελευταίο διάστημα με τον άνδρα μου, παθολόγος, ακτινολόγογος, καρδιολόγος και οφθαλμίατρος, μας συνέστησαν να κάνουμε το εμβόλιο; Είναι όλοι τους τσαρλατάνοι και για τα μπάζα;
Χαίρομαι που σχεδόν όλο τα άτομα του οικογενειακού περιβάλλοντος εμβολιάστηκαν. Μεγάλη η χαρά μου, μόλις πριν από λίγο που με ενημέρωσε και η κόρη μου, ότι εμβολιάζεται και εκείνη εντός των ημερών. Καλό και ήρεμο καλοκαίρι σας εύχομαι. Στη φωτογραφία η κοντινότερη παραλία μας. Αϊ Χέλης.
Αρετή Γραμμόζη










