Το κάψιμο του Έλατου στην Κόνιτσα
Τις Απόκριες του 1969 έμενα με τη γιαγιά μου. Πήγαινα τετάρτη γυμνασίου. Το καλοκαίρι του 68 είχα φύγει από την παιδόπολη μετά από 6 χρόνια. Τρία χρόνια στο Δημοτικό και τρία χρόνια στο Γυμνάσιο. Καλή μαθήτρια έπιανα τους στόχους της απαιτούμενης βαθμολογίας ούτως ώστε να πάω στην επόμενη τάξη του Γυμνασίου. Υπήρχε ένα πλαφόν βαθμολογίας, διαφορετικά πήγαινες να μάθεις μια τέχνη στο εργαστήριο της παιδόπολης ή εφ’ όσον είχες τελειώσει τις τρεις τάξεις του Γυμνασίου σε προωθούσαν για την επαγγελματική σχολή τουριστικών επαγγελμάτων της Ρόδου ή της Αθήνας. Δυστυχώς για εμένα, παρ’ όλο που ξεπέρασα το όριο του γενικού βαθμού 16 και έπρεπε λογικά να συνεχίσω για την τετάρτη γυμνασίου, ένα νέο διάταγμα της περιβόητης Χούντας των Αθηνών, ανέβασε το όριο στο γενικό βαθμό 17 και πάνω.

Η επιλογή μου λοιπόν ή εργαστήριο δηλαδή εκμάθηση Υφαντικής, Κεντήματος, Ραπτικής, Πλεκτικής ή Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων. Δεν ήθελα ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ήθελα να τελειώσω οπωσδήποτε το Γυμνάσιο. Έτσι μέχρι να έρθει η μάνα μου από την Γερμανία και να στήσουμε εκ νέου το σπιτικό μας, συνέχισα τη τετάρτη γυμνασίου στην Κόνιτσα. Εάν με ρωτήσετε που ήταν καλύτερα χωρίς δεύτερη σκέψη θα σας πω, στην παιδόπολη! Ναι στην παιδόπολη, όσο παράξενο και εάν φαίνεται αυτό. Ξαφνικά είχα χάσει τις φίλες μου, τις συμμαθήτριές μου στο Οικονομικό Γυμνάσιο των Ιωαννίνων. Βγήκα έξω από τα νερά μου, τις συνήθειές μου.
Στην επαρχιακή πόλη που πήγα να μείνω, ναι μεν είχα τους συγγενείς μου όπως την θεία μου, τον θείο μου (αδέλφια της μάνας μου) και την γιαγιά μου, αλλά υπήρχε αυτό το κουτσομπολιό, αυτή η υποκρισία, η σεμνοτυφία, η περιέργεια και όλα αυτά τα συναφή που με έκαναν να νοιώθω άβολα. Με είχε ψυχοπλακώσει: α)το πρωϊνό ξύπνημα της Κυριακής για τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό. β) Το άγχος της ποδιάς του Γυμνασίου. Μη τυχόν και βγω έστω και στο σοκάκι μας χωρίς να φοράω τη ποδιά με τον άσπρο γιακά, το σήμα του γυμνασίου μας και την άσπρη κορδέλα. Βαρύς ο πέλεκυς της αποβολής εάν συναντούσες κάποιον καθηγητή.
Τις περισσότερες φορές ήμουν στο σπίτι και δεν είχα καμιά διάθεση να πάω σε επισκέψεις σε σπίτια συγγενών και φίλων. Προτιμούσα τη συντροφιά ενός βιβλίου.
Εκείνη την Κυριακή λοιπόν της Τυρινής, που συνηθίζεται το κάψιμο του Έλατου, μου λέει η γιαγιά μου:
- Άντε Αρετή ετοιμάσου, πάμε μέχρι τις Καρυές, να χαζέψουμε και εμείς που θα κάψουν το έλατο.
Εγώ είχα τις στενοχώριες μου. Σκεφτόμουν τις αποκριάτικες γιορτές με τις καντρίλιες και τα γαϊτανάκια στην παιδόπολη, τις φίλες μου που τις αποχωρίστηκα απότομα είναι η αλήθεια και δεν είχα καμιά διάθεση για το κάψιμο του έλατου στις Καρυές (γειτονιά στην πάνω Κονιτσα). Δεν ήθελα να φορέσω και την ποδιά και να πάω ντυμένη λες και θα πήγαινα στο γυμνάσιο να κάνω μάθημα. - Δεν έρχομαι, της απάντησα.
- Ετοιμάσου και δε σε ρώτησα εάν θέλεις ή δε θέλεις. Ετοιμάσου τώρα! Μου απάντησε με απότομο ύφος, η γιαγιά.
Ήξερα ότι δε σήκωνε πολλά – πολλά. Με κρύα καρδιά φόρεσα την ποδιά μου και την άσπρη κορδέλα στα μαλλιά και έτοιμη για τις Καρυές.
Φτάσαμε στο πλάτωμα που θα γινόταν το κάψιμο. Στη μέση ακριβώς είχαν στήσει τα ξύλα και τον έλατο και σε λίγο θα καιγόντουσαν όλα στην μεγάλη φωτιά.
Έκατσα σε μια γωνιά και παρακολουθούσα τα δρώμενα χωρίς καν να συμμετέχω.
Η γιαγιά βρήκες κάποιες γνωστές της και άρχισαν την κουβέντα. - Μα πως και βγήκες απόψε κυρά Χρίσταινα, εσύ ποτέ σου δεν έχεις έρθει στο κάψιμο, ακούω κάποια γυναίκα να της λέει.
- Έ τι να κάνω κυρά Φώταινα; Σιγά μην ήθελα να ‘ρθω. Να, για την τσιούπω ήρθα. Πως να ερχόταν μόνη της;
Της έριξα μια περίεργη και φονική ματιά, έτοιμη να τη διαψεύσω αλλά ταυτόχρονα και εκείνη μου έριξε μια από εκείνες της ματιές της που έλεγαν «μη πεις λέξη».
Όταν πια τελείωσε το δρώμενο και γυρίζαμε στο σπίτι, τόλμησα και της είπα: - Γιατί είπες ότι το έκανες για εμένα, αφού ξέρεις πολύ καλά πως δεν ήθελα!
- Ήθελα εγώ….. Τώρα δεν καταλαβαίνεις! Αλλά κάποτε θα με καταλάβεις.
Ναι γιαγιά, μετά από αρκετά χρόνια κατάλαβα! Λαχταρούσες και εσύ να ξεφύγεις έστω για λίγο από το κουκούλι της χηρείας, λαχταρούσες να διασκεδάσεις για λίγο και μόνο παρατηρώντας και όχι συμμετέχοντας. Αλίμονο χήρα γυναίκα να λάμβανες μέρος στα δρώμενα, λαχταρούσες λίγη ελευθερία! Την ελευθερία που στερήθηκες όχι μόνο εσύ αλλά όλες οι γυναίκες εκείνης της εποχής, πόσο μάλλον οι χήρες!
Την ελευθερία που δυστυχώς σήμερα πολλές φορές τείνει να γίνει ασυδοσία.
Αρετή Γραμμόζη










