Στον μαγευτικό λόφο Μασπάλι, κάτω από έναν ουρανό όπου ακόμη και τα αμέτρητα αστέρια έμοιαζαν να έχουν σταματήσει για λίγο την αιώνια πορεία τους, για να παρακολουθήσουν μια ομάδα ανθρώπων που αγαπά βαθιά το θέατρο και υπηρετεί τον πολιτισμό με αφοσίωση, ταπεινότητα και ψυχή, συγκατοικήσαμε με μια ομάδα που εδώ και δέκα ολόκληρα χρόνια δεν ανεβάζει απλώς παραστάσεις, αλλά δημιουργεί μνήμη, καλλιεργεί συνειδήσεις και αποδεικνύει ότι ο πολιτισμός γεννιέται από ανθρώπους που προσφέρουν χωρίς να περιμένουν αντάλλαγμα.
Η βραδιά ξεκίνησε όπως ακριβώς άρμοζε. Με ένα οφειλόμενο αφιέρωμα στα δέκα χρόνια της θεατρικής ομάδας ΑΝΑΚΑΡΑ. Μέσα από μια σύντομη προβολή ταξιδέψαμε όλοι μαζί από το 2016 μέχρι σήμερα. Είδαμε αποσπάσματα βίντεο, φωτογραφίες, πρόσωπα που πέρασαν από τη σκηνή και ανθρώπους που έδωσαν το δικό τους λιθαράκι για να φτάσει η ομάδα στο σημερινό της επίπεδο. Δεν ήταν μια απλή αναδρομή. Ήταν ένα ταξίδι στον χρόνο, μια υπενθύμιση ότι ο πολιτισμός χτίζεται αργά, με επιμονή, με κόπο και κυρίως με συλλογικότητα.
Μετά η προσοχή μας πήγε στο μπαούλο.
Ένα μεγάλο, βαρύ, παλιό μπαούλο. Όχι όμως βαρύ από το ξύλο του. Βαρύ από τις μνήμες που κουβαλούσε. Μέσα του βρίσκονταν τα ενθύμια μιας ολόκληρης δεκαετίας δημιουργίας. Οι ηθοποιοί το σήκωσαν από την πλατεία και το μετέφεραν στη σκηνή με μια φυσικότητα που έκρυβε έναν όμορφο συμβολισμό. Όπως ακριβώς είχαν σηκώσει όλα αυτά τα χρόνια το βάρος της δημιουργίας, της προετοιμασίας, της αγωνίας και της ευθύνης απέναντι στο κοινό τους, έτσι σήκωναν τώρα και το φορτίο των αναμνήσεών τους.
Άρχισαν να ανοίγουν το μπαούλο και να ξετυλίγουν ένα ένα τα αντικείμενα των προηγούμενων παραστάσεων. Σαν να αναμοχλεύουν τις μνήμες τους. Σαν να ξανασυναντούν τους παλιούς τους ρόλους. Μέχρι που ακούστηκε μια φωνή να τους επαναφέρει στο παρόν:
«Φτάνει, βρε παιδιά, με τις προηγούμενες παραστάσεις… Θα ξεκινήσουμε κάποια στιγμή και με τη σημερινή;»
Ήταν ένας ευφυής, τρυφερός και απόλυτα θεατρικός τρόπος να ενωθεί το χθες με το σήμερα. Να περάσει η σκυτάλη από τη μνήμη στη νέα δημιουργία. Από το αφιέρωμα στα δέκα χρόνια της ΑΝΑΚΑΡΑ, στους «Γιους & Κόρες», το έργο του Γιάννη Καλαβριανού, που η ομάδα επέλεξε να παρουσιάσει φέτος.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή άρχισε ένα ταξίδι που δεν αφορούσε πια μόνο το θέατρο, αφορούσε τον άνθρωπο. Διότι το έργο του Γιάννη Καλαβριανού δεν αφηγείται μία ιστορία, αφηγείται πολλές. Δε στηρίζεται σε φανταστικούς ήρωες, αλλά σε πραγματικές ανθρώπινες μαρτυρίες. Σε φωνές ανθρώπων που αγάπησαν, φοβήθηκαν, έχασαν, περίμεναν, απογοητεύτηκαν, ονειρεύτηκαν και συνέχισαν να ζουν. Γι’ αυτό και κάθε ιστορία αποκτά μια δύναμη σχεδόν αφοπλιστική. Δεν παρακολουθείς απλώς χαρακτήρες αλλά αναγνωρίζεις ανθρώπους. Ίσως ακόμη και τον ίδιο σου τον εαυτό…
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στη Μαρία Τσιμά, η οποία μεσολάβησε ώστε το έργο να παραχωρηθεί αφιλοκερδώς στην ΑΝΑΚΑΡΑ, αλλά συνέβαλε και στη διαμόρφωση της ενότητας που αφορούσε τους σεισμούς του 1953, παραχωρώντας δικό της υλικό και πολύτιμες τοπικές μαρτυρίες. Έτσι, η παράσταση δεν έμεινε μόνο πιστή στο πνεύμα του έργου, αλλά απέκτησε και μια βαθιά κεφαλονίτικη ψυχή, μετατρέποντας τη συλλογική μνήμη του τόπου μας σε ζωντανό θεατρικό βίωμα.
Η είσοδος στον κόσμο των ιστοριών έγινε με τον πιο αθώο τρόπο. Μια ομάδα μικρών παιδιών πλησίαζε διαδοχικά τους πρωταγωνιστές και τους ζητούσε να τους αφηγηθούν ιστορίες. Άλλες σύντομες, άλλες πιο μεγάλες. Κάθε αφήγηση άνοιγε ένα διαφορετικό παράθυρο στη ζωή. Μέχρι που ένας μικρός πρωταγωνιστής, με εκείνη την ανεπιτήδευτη χάρη που μόνο τα παιδιά διαθέτουν, είπε σχεδόν παραπονεμένος:
«Μα εγώ δεν πρόλαβα να πω ούτε μία…»
Ένα γέλιο απλώθηκε στο κοινό και μαζί του μια απροσδόκητη τρυφερότητα. Εκείνη τη στιγμή, χωρίς ακόμη να το καταλάβουμε, είχε ήδη ανοίξει η πόρτα προς τον κόσμο της παράστασης κι εμείς είχαμε ήδη αφήσει πίσω μας την καθημερινότητα.
Από εκεί και πέρα άρχισε μια αδιάκοπη εναλλαγή συναισθημάτων. Ένιωθα σαν να βρισκόμουν πάνω σε μια απότομη νεροτσουλήθρα, που τη μια στιγμή με βουτούσε στο γέλιο και την επόμενη με ανέβαζε στην πιο βαθιά συγκίνηση. Δεν υπήρχε χρόνος να προστατεύσεις τον εαυτό σου. Το έργο σε έπαιρνε από το χέρι και σε οδηγούσε εκεί όπου εκείνο ήθελε.
Μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές ήταν η αφήγηση της κάποτε δεκατριάχρονης που, ενώ ζύμωνε, ξανάβλεπε τον πόλεμο να εισβάλλει βίαια στη ζωή της. Δεν ήταν μια ιστορία για τον πόλεμο αλλά ο ίδιος ο πόλεμος. Ήταν η στιγμή που η παιδική ηλικία διακόπτεται από έναν ήχο, τον ήχο της σειρήνας, που δεν ακούστηκε μόνο από τα ηχεία της παράστασης, «ακούστηκε» μέσα μας. Ξύπνησε συλλογικές μνήμες, φόβους που ίσως δε ζήσαμε ποτέ αλλά κληρονομήσαμε μέσα από τις αφηγήσεις των παλαιότερων.
«Δεν είναι φυσιολογικά πράγματα αυτά… αλλά μας τύχανε…»
Η φράση έκλεισε συγκλονιστικά αυτή την ιστορία γιατί, πράγματι, ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να συνηθίσει τον πόλεμο. Δεν μπορεί να εξηγήσει αυτή τη χυδαιότητα. Αυτή ακριβώς η απλότητα της αφήγησης έκανε τη συγκίνηση σχεδόν αφόρητη.
Ωστόσο, λίγο αργότερα, η ίδια παράσταση μάς χάριζε απλόχερα το γέλιο. Όχι το εύκολο γέλιο των ευφυολογημάτων, αλλά το αβίαστο γέλιο που γεννιέται όταν αναγνωρίζεις πάνω στη σκηνή τις μικρές αδυναμίες του ανθρώπου. Ένας ερωτευμένος νέος είχε ετοιμάσει μέσα στο μυαλό του όλα όσα ήθελε να πει στη γυναίκα που αγαπούσε. Είχε οργανώσει τις λέξεις, είχε προβάρει τις φράσεις, είχε φανταστεί ακόμη και τις παύσεις. Ωστόσο, μόλις αντίκρισε το πρόσωπό της, το μόνο που κατάφερε να ξεστομίσει ήταν μερικά ακατανόητα επιφωνήματα!
«Κάνουν καραμπόλα οι λέξεις», μας είπε, «πέφτουν η μία πάνω στην άλλη και δεν μπορούν να βγουν σε σειρά»…
Πράγματι έκαναν! Οι λέξεις μπορεί να μην έβρισκαν διέξοδο να βγουν από τα χείλη του μα ό,τι δεν μπορούσε να εκφράσει η γλώσσα, το εξέφραζε το σώμα του. Με σκέρτσο, με λεπτές κινήσεις, με εκείνη τη μοναδική σωματικότητα που μόνο ένας ηθοποιός μπορεί να μετατρέψει σε αυθεντική κωμωδία. Γελάσαμε με την καρδιά μας αλλά όχι με τον ηθοποιό. Γελάσαμε με τον εαυτό μας! Γιατί όλοι, κάποια στιγμή, υπήρξαμε εκείνος ο άνθρωπος που έχασε τις λέξεις μπροστά στο μεγαλείο του έρωτα.
Σε πολλές στιγμές της παράστασης συνειδητοποιούσα πως αυτή η θεατρική ομάδα δεν ήταν απλώς ερωτευμένη με το θέατρο, ήταν ερωτευμένη με τη ζωή. Αυτό ήταν που ανέδυε κάθε της κίνηση, κάθε της βλέμμα, κάθε της σιωπή. Δεν υπήρχε τίποτε επιτηδευμένο, τίποτε που να αποσκοπεί στον εύκολο εντυπωσιασμό. Υπήρχε μόνο η ειλικρινής πρόθεση να ειπωθούν ιστορίες που αξίζουν να ακουστούν. Ιστορίες που, μέσα από τη θεατρική τους μεταμόρφωση, γίνονταν καθρέφτης της δικής μας ύπαρξης.
Ακούσαμε λόγια που έμοιαζαν με καταστάλαγμα ολόκληρων ζωών. Σκέψεις που δεν διατυπώνονταν για να διδάξουν, αλλά για να μοιραστούν. Γιατί η παράσταση δεν είχε ίχνος διδακτισμού. Δεν ύψωνε το δάχτυλο και σίγουρα δε μοίραζε έτοιμες απαντήσεις. Μας καλούσε να αφουγκραστούμε τον άνθρωπο, να τον καταλάβουμε πριν τον κρίνουμε και να σταθούμε για λίγο στη θέση του.
Δεν νομίζω πως έμεινε ούτε μία γωνιά της ψυχής μας ανέγγιχτη. Η συγκίνηση, το δράμα, το γέλιο, η αδικία, η ματαίωση μιας ολόκληρης ζωής, το ανεκπλήρωτο που πάντα πονά ξεχωριστά, το χτύπημα της μοίρας που έρχεται πάντα ψυχρό και αδιαπραγμάτευτο, το φτερούγισμα του έρωτα, το βάρος των στερεοτύπων που εξακολουθούν να λυγίζουν ακόμη και τους πιο δυνατούς ανθρώπους, αλλά και η απλή καθημερινότητα, εκείνη που καμιά φορά χρειάζεται ακόμη κι ένα αυθεντικό μπινελίκι για να ξαναβρεί την ισορροπία της. Όλα είχαν τη θέση τους πάνω στη σκηνή, γιατί όλα ανήκουν στη ζωή.
Πάνω στην πέτρα του Μασπάλι παρέλασαν μαζί η ανθρωπιά και η απανθρωπιά του ανθρώπου. Οι πιο φωτεινές και οι πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης συνυπήρχαν χωρίς υπερβολές, χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς εύκολες συγκινήσεις. Ήταν αληθινές κι ίσως αυτή να είναι μία από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις αυτής της παράστασης, να μας επιτρέπει να αντικρίζουμε την αλήθεια χωρίς να αποστρέφουμε το βλέμμα.
Ιδιαίτερη θέση στην παράσταση κατείχε η ενότητα που αφορούσε τους καταστροφικούς σεισμούς του 1953. Για εμάς τους Κεφαλονίτες δεν αποτέλεσε απλώς μια ιστορική αναφορά, ήταν μια επιστροφή στη συλλογική μας μνήμη. Ήταν οι αφηγήσεις των παππούδων και των γιαγιάδων μας που ζωντάνεψαν ξανά μπροστά στα μάτια μας. Ήταν η γη που άνοιξε, τα σπίτια που σωριάστηκαν, τα δέντρα που ξεριζώθηκαν, οι άνθρωποι που είδαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να γκρεμίζεται ολόκληρη η ζωή τους.
Μέσα σε αυτή την απόλυτη καταστροφή, η πρωταγωνίστρια που αναπολούσε τις όμορφες στιγμές του πρότερου βίου της με τον αγαπημένο της, ο οποίος είχε χαθεί οριστικά προσπαθώντας να υπηρετήσει το κοινό καλό, είπε εκείνη τη φράση που ακόμη αντηχεί μέσα μου: «Αυτή ήταν μια στιγμή ευτυχίας.»
Δε φεύγει απ’ το μυαλό αυτή η ατάκα. “Αυτή ήταν μία στιγμή ευτυχίας”… Η γη άνοιξε, τα δέντρα ξεριζώθηκαν και δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα… αλλά έμεινε μια στιγμή ευτυχίας, γιατί αυτή ειναι η ζωή αγαπημένοι φίλοι, μια στιγμή ευτυχίας που ζήσαμε ή που εκκρεμεί, ίσως, στην αιωνιότητα για να τη ζήσουμε…
Όταν πιστέψαμε πως η αυλαία είχε πλέον πέσει, η ίδια η ζωή αποφάσισε να μας χαρίσει την πιο συγκλονιστική, ίσως, σκηνή της βραδιάς.
Ένας από τους κεντρικούς πρωταγωνιστές, ο Βασίλης Μοσχονάς, αφήνοντας για λίγο τον ρόλο του, στάθηκε απέναντί μας ως άνθρωπος. Με λόγια λιτά και βαθιά αληθινά μοιράστηκε τον πρόσφατο πόνο της απώλειας της μητέρας του και της αφιέρωσε ένα τραγούδι, την ιδιαίτερη και μοναδική Μπαλάντα της Ιφιγένειας που γράφτηκε, σε μουσική και στίχους, και ερμηνεύτηκε από τη Χάρις Αλεξίου σε μία βαθιά αυτοβιογραφική της κατάθεση το 1984. Δεν ήταν μια ακόμη ερμηνεία, δεν ήταν μια προγραμματισμένη θεατρική κορύφωση, ήταν μια κατάθεση ψυχής. Ήταν ένας γιος που τίμησε τη μητέρα του.
Η φωνή του έμοιαζε να γεννιέται από την ίδια την καρδιά του. Κάθε στίχος έκρυβε ευγνωμοσύνη, αγάπη, νοσταλγία και πόνο. Ήταν από εκείνες τις σπάνιες στιγμές όπου το θέατρο και η ζωή γίνονται το ένα και το αυτό. Όπου δεν υπάρχουν πια θεατές και ηθοποιοί, αλλά άνθρωποι που μοιράζονται την ίδια συγκίνηση και τότε συνέβη κάτι που καμία σκηνοθεσία δε θα μπορούσε να επινοήσει.
Το μικρό αγόρι που λίγο νωρίτερα είχε κλέψει τις καρδιές όλων μας, με το αυθόρμητο «μα εγώ δεν πρόλαβα να πω ούτε μία», έτρεξε κοντά του. Τον αγκάλιασε σφιχτά και τον φίλησε με εκείνη την άδολη αγάπη που μόνο τα παιδιά γνωρίζουν να προσφέρουν. Ήταν μια εικόνα που δύσκολα θα σβήσει από τη μνήμη όσων βρεθήκαμε εκεί. Ήταν, την ίδια στιγμή, μαχαιριά και βάλσαμο στην καρδιά. Ο πόνος της απώλειας συναντούσε την αθωότητα της ζωής. Η θλίψη συναντούσε την ελπίδα και, χωρίς να ειπωθεί ούτε μία λέξη, ειπώθηκαν τα πάντα.
Από τα βάθη της καρδιάς μας ευχόμαστε δύναμη στον αγαπητό Βασίλη, να αντέξει το βάρος της απουσίας, γνωρίζοντας πως ο άνθρωπος δεν ξεπερνά ποτέ πραγματικά την απώλεια εκείνων που αγάπησε τόσο βαθιά, μαθαίνει, όμως, να τη μεταμορφώνει σε αγάπη, σε δημιουργία, σε μνήμη. Είθε να συνεχίσει να τιμά τη μητέρα του με αυτόν τον τόσο όμορφο και ουσιαστικό τρόπο, μέσα από την τέχνη του, μέσα από τη μεγάλη οικογένεια της ΑΝΑΚΑΡΑ, που απέδειξε για ακόμη μία φορά πως είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια θεατρική ομάδα. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός αγάπης, προσφοράς και αλληλεγγύης.
Φτάνοντας στο τέλος αυτής της μεγάλης γραφής και να με συγχωρείτε, το μόνο συναίσθημα που περισσεύει είναι η ευγνωμοσύνη.
Ένα μεγάλο, ειλικρινές, βαθύ ευχαριστώ σε όλους τους ανθρώπους της ΑΝΑΚΑΡΑ. Στους ηθοποιούς, στους σκηνοθέτες, στους τεχνικούς, στους αφανείς εργάτες που βρίσκονται πίσω από τα φώτα της σκηνής, σε όλους όσοι εδώ και δέκα χρόνια υπηρετούν τον πολιτισμό με συνέπεια, ήθος και αυταπάρνηση. Δεν προσφέρουν απλώς θεατρικές παραστάσεις, προσφέρουν έναν τόπο συνάντησης. Έναν χώρο όπου η μνήμη συναντά την ελπίδα, όπου οι γενιές συνομιλούν μεταξύ τους, όπου η τέχνη γίνεται κοινό βίωμα.
Η ΑΝΑΚΑΡΑ έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια μιας εξαιρετικής ερασιτεχνικής θεατρικής ομάδας. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πολιτιστικούς πυρήνες του τόπου μας. Με συνέπεια, με ποιότητα, με διαρκή αναζήτηση, με σεβασμό στο κοινό και με αγάπη για τον άνθρωπο, έχει κερδίσει επάξια τη θέση της στις καρδιές όλων μας. Αυτό το έργο δεν είναι δεδομένο, χρειάζεται τη στήριξη όλων μας, την παρουσία μας στις παραστάσεις της, την ενθάρρυνσή μας καθώς και την έμπρακτη αναγνώριση ότι τέτοιες συλλογικές προσπάθειες αποτελούν πολύτιμο κεφάλαιο για τον τόπο μας.
Γιατί κάθε φορά που η ΑΝΑΚΑΡΑ δημιουργεί, ολόκληρη η Κεφαλονιά γίνεται λίγο πιο πλούσια. Όχι μόνο πολιτιστικά, μα και ανθρώπινα.
Φεύγοντας από τον λόφο του Μασπάλι δεν πήρα μαζί μου μόνο τις εικόνες μιας εξαιρετικής παράστασης, πήρα μαζί μου την πίστη πως όσο υπάρχουν άνθρωποι που αφηγούνται ιστορίες με τόση αλήθεια, όσο υπάρχουν άνθρωποι που επιμένουν να μετατρέπουν τη μνήμη σε τέχνη και τον πόνο σε δημιουργία, υπάρχει λόγος να ζούμε και να ελπίζουμε.
Ας μη σταματήσουμε ποτέ να ακούμε τις ιστορίες των ανθρώπων γιατί μέσα τους κατοικούν οι γιοι και οι κόρες όλων μας!
Γιάννης Βαρούχας










