Εικόνα: Στιγμιότυπο από την πρόσφατη ορκομωσία του ΙΠ στο Αργοστόλι.
Η πρόσφατη ανακοίνωση του Ιονίου Πανεπιστημίου σχετικά με τη μη παραμονή των δικαιούχων φοιτητών στις φοιτητικές εστίες κατά τη θερινή περίοδο θέτει ένα ζήτημα που ξεπερνά τα όρια ενός πανεπιστημίου. Αγγίζει τον πυρήνα της φοιτητικής μέριμνας και αναδεικνύει ένα ερώτημα που η δημόσια συζήτηση οφείλει να αντιμετωπίσει με ειλικρίνεια: ποιος είναι ο πραγματικός σκοπός της δωρεάν φοιτητικής στέγασης;

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η δωρεάν στέγαση αποτελεί δημόσια εκπαιδευτική παροχή υπό όρους και όχι καθολικό δικαίωμα διαρκούς διαμονής. Το Πανεπιστήμιο επικαλείται θεσμικούς, λειτουργικούς και δημοσιονομικούς περιορισμούς και υποστηρίζει ότι ακολουθεί μια πάγια πρακτική που εφαρμόζεται και σε άλλα ιδρύματα.
Ωστόσο, η συζήτηση δεν εξαντλείται στο αν η πρακτική αυτή είναι νόμιμη ή αν εφαρμόζεται και αλλού. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό.
Αν ένας φοιτητής πληροί τα οικονομικά κριτήρια για να λάβει δωρεάν στέγαση επειδή αδυνατεί να καλύψει το κόστος κατοικίας, τι ακριβώς αλλάζει τον Ιούλιο και τον Αύγουστο; Εξαφανίζεται η οικονομική του αδυναμία; Παύει να χρειάζεται στέγη επειδή δε διεξάγονται μαθήματα;
Η ανάγκη για κατοικία είναι διαρκής. Δεν ακολουθεί το ακαδημαϊκό ημερολόγιο.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η αντιμετώπιση των αιτημάτων παραμονής φοιτητών που επιθυμούν να εργαστούν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Η ανακοίνωση αναφέρει ότι τα σχετικά αιτήματα αφορούσαν λόγους εργασίας «άσχετους με την εκπαιδευτική διαδικασία». Είναι όμως πράγματι άσχετη η εργασία ενός οικονομικά αδύναμου φοιτητή με τη δυνατότητά του να συνεχίσει τις σπουδές του;
Σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική οικονομία και ιδιαίτερα ο τουριστικός κλάδος δηλώνουν διαρκώς ότι αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις εργατικού δυναμικού, η θερινή εργασία των φοιτητών δεν αποτελεί πολυτέλεια. Για πολλούς αποτελεί προϋπόθεση επιβίωσης. Είναι ο τρόπος με τον οποίο συγκεντρώνουν τους πόρους που θα τους επιτρέψουν να πληρώσουν μετακινήσεις, εκπαιδευτικό υλικό και καθημερινά έξοδα κατά τη διάρκεια της επόμενης ακαδημαϊκής χρονιάς.
Εάν ένας φοιτητής αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη θέση του στην εστία προκειμένου να εργαστεί το καλοκαίρι, τότε δημιουργείται ένα παράδοξο. Η πολιτεία αναγνωρίζει ότι έχει οικονομική ανάγκη και του παρέχει στέγαση κατά τη διάρκεια των μαθημάτων, αλλά του αφαιρεί αυτή τη δυνατότητα ακριβώς τη στιγμή που προσπαθεί να βελτιώσει τη θέση του μέσω της εργασίας.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν εξεταστεί υπό το πρίσμα της κοινωνικής κινητικότητας. Η φοιτητική μέριμνα δεν αποσκοπεί μόνο στη διευκόλυνση της παρακολούθησης μαθημάτων. Σκοπός της είναι να διασφαλίζει ότι η οικονομική κατάσταση ενός νέου ανθρώπου δεν θα αποτελέσει εμπόδιο στην ολοκλήρωση των σπουδών του. Αν αυτός είναι ο στόχος, τότε η υποστήριξη ενός φοιτητή που εργάζεται για να μπορέσει να συνεχίσει να σπουδάζει δεν φαίνεται να βρίσκεται εκτός της λογικής της φοιτητικής μέριμνας. Αντιθέτως, βρίσκεται στον πυρήνα της.
Βεβαίως, το Πανεπιστήμιο θέτει ένα πραγματικό ζήτημα, ότι η λειτουργία των εστιών – όπου υπάρχουν – έχει κόστος. Απαιτεί προσωπικό, συντήρηση, φύλαξη και πόρους. Αν οι διαθέσιμοι πόροι δεν επαρκούν, τότε η συζήτηση μεταφέρεται αναπόφευκτα στο επίπεδο της κρατικής χρηματοδότησης.
Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο σημείο. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν το Πανεπιστήμιο μπορεί να παρέχει θερινή στέγαση. Είναι αν η πολιτεία θεωρεί ότι η στέγαση των οικονομικά αδύναμων φοιτητών αποτελεί επένδυση που αξίζει να χρηματοδοτηθεί.
Διότι τελικά το πραγματικό δίλημμα δεν είναι διοικητικό. Είναι κοινωνικό. Είναι πολιτικό.
Θέλουμε οι φοιτητικές εστίες να αντιμετωπίζονται ως μια περιορισμένη παροχή που ενεργοποιείται μόνο όταν διεξάγονται μαθήματα ή ως ένα εργαλείο που επιτρέπει σε νέους ανθρώπους, ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης, να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους με αξιοπρέπεια;
Αν η απάντηση είναι το δεύτερο, τότε ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε αν η θερινή εργασία ενός οικονομικά αδύναμου φοιτητή δεν είναι απλώς ένας επαρκής λόγος παραμονής στη φοιτητική εστία, αλλά ένας από τους ισχυρότερους λόγους που θα μπορούσαν να υπάρξουν.
Γιάννης Βαρούχας
Δείτε τη σχετική ανακοίνωση του Ιονίου Πανεπιστημίου ΕΔΩ










