Εικόνα άρθρου: Jerry Apostolatos (Γεράσιμος Αποστολάτος)
Ο ρυθμικός χτύπος του αργαλειού συνεχιζόταν όλο το απόγευμα. Είχε υπολογίσει η Σταυρούλα ότι κάνοντας μια παλάμη κάθε ημέρα, τις απογευματινές ώρες, θα τελείωνε το υφαντό της μέχρι το τέλος του καλοκαιριού. Μετά θα έβρισκε κάτι άλλο να υφάνει ή μπορεί και να κένταγε κάτι. Ήταν σε ηλικία γάμου όπως της έλεγε η μάννα της και οι μεγάλες αδελφές της. Έπρεπε να έχει την προίκα της. Ύφαινε και σιγοτραγούδαγε κάποιο τραγούδι που άκουγε στο φωνογράφο, που είχε φέρει πρόσφατα ο μεγάλος της αδελφός στο σπίτι.
Έριξε μια ματιά στον ίσκιο του σπιτιού που έπεφτε στην αυλή για να υπολογίσει την ώρα. Σε λίγο θα ερχόταν ο πατέρας της και ένας από τα αδέλφια της από το βουνό. Ο άλλος θα καθόταν στα πρόβατα. Χρόνια, έτσι γινόταν. Ερχόντουσαν εναλλάξ τα αδέλφια με τον πατέρα της από το βουνό. Να φέρουν το πηγμένο τυρί, το γάλα για το χτύπημα να βγάλουν το βούτυρο και ότι άλλο γαλακτομικό προϊόν προέκυπτε. Πρωτίστως να πλυθούν, να αλλάξουν, να δουν τις οικογένειές τους.
Σταμάτησε τον αργαλειό και κοίταξε προς το μονοπάτι που ερχόταν από το βουνό. Πολλά αλογομούλαρα κατέβαιναν αλλά εκείνη γρήγορα εντόπισε τον πατέρα της και τον αδελφό της. Έτρεξε και πήρε το κακάβι το γέμισε νερό από τη βαρέλα και το έβαλε πάνω στη φωτιά αφού τη συνδαύλισε πρώτα για να αναζωπυρωθεί. Η φωτιά σιγόκαιγε από το μεσημέρι που είχαν ψήσει τα γεμιστά στη γάστρα.
Σε λίγο κατέφθασαν ο πατέρας και ο αδελφός της. Μόλις μπήκαν στην αυλή, έτρεξε να τους βοηθήσει να ξεφορτώσουν τα μουλάρια και αμέσως μετά τους έριξε στις παλάμες τους δροσερό νερό με τον μαστραπά να ξεϊδρώσουν και τους έδωσε την πετσέτα να σκουπιστούν. Η ίδια ιεροτελεστία κάθε ημέρα.
- Σταυρούλα, άσε να μας στρώσει η μάννα σου να φάμε σήμερα και άντε εσύ να πας να λουστείς, να σενιαριστείς και να φορέσεις το καλό σου φόρεμα. Το βράδυ θα δώσουμε λόγο. Είναι η ώρα σου.
Την έπιασε κρύος ιδρώτας. Σε ποιον θα με δώσουνε; αναρωτήθηκε. Δε τόλμησε όμως να τους ρωτήσει. Τρέχοντας μπήκε μέσα στο σπίτι. Η μάννα της προφανώς γνωρίζοντας για τα βραδυνά λογοδοσίματα της φώναξε κάπως ανήσυχη. - Άντε ετοιμάσου. Και να φορέσεις το ωραίο βελούδινο πράσινο φόρεμα που σου ράψαμε τώρα τελευταία. Μη χασομεράς.
- Μα μάννα, πες μου τουλάχιστον ποιος είναι;
- Το βράδυ θα τον δεις. Παιδί από το χωριό μας είναι.
Άδικος κόπος για την Σταυρούλα να περιμένει απαντήσεις στο αγωνιώδες ερώτημά της. Με ανάκατα αισθήματα και με την αγωνία στο κατακόρυφο, άρχισε να ετοιμάζεται για τη βραδυνή συνάντηση που θα καθόριζε το μέλλον της.
Το λογοδόσιμο έγινε, οι συμπέθεροι έδωσαν τα χέρια. Οι μελλόνυμφοι ούτε καν ερωτήθηκαν. Από τη στιγμή που το αποφάσισαν οι γονείς, λόγο δεν είχαν τα παιδιά. Ακολούθησε ο αρραβώνας και σε λίγους μήνες και ο γάμος.
Και έτσι η Σταυρούλα βρέθηκε να κάνει ακριβώς τις ίδιες δουλειές που έκανε σπίτι της, σ’ ένα άλλο σπίτι και για άλλα άτομα. Τώρα εξυπηρετούσε τον άνδρα της, τα πεθερικά της και τους κουνιάδους της. Χώρια την «υποχρέωση» που είχε τα βράδυα που ήταν ο άντρας της στο σπίτι. Το τριανταφυλλένιο της πρόσωπο μαράθηκε, γιατί έβλεπε ότι ο γάμος της δε της πρόσφερε κάτι καλύτερο, το αντίθετο μάλιστα.
Το χαμόγελο ήρθε στα χείλη της, όταν κράτησε στην αγκαλιά της το πρώτο της παιδί. Ο γιος της, της έδωσε ελπίδες, της έδωσε χαρά, της έδωσε κάποιο νόημα στη ζωή της.
Πριν γίνει ο γιο της τριών χρόνων, πέθανε η πεθερά της από ένα βαρύτατο εγκεφαλικό. Έστω και αυτό το λίγο που είχε αναλάβει η πεθερά της στις δουλειές του σπιτιού, το ανέλαβε τώρα εκείνη. Οι υποχρεώσεις περισσότερες και οι ώρες που περνούσε με το γιο της λιγότερες, αλλά αυτές οι λίγες ώρες με το παιδί της, της έδιναν τόση χαρά που ξεχνούσε την κούρασή της.
Ανακάτευε το χρώμα στο καζάνι που είχε πάνω στη φωτιά. Είχε προγραμματίσει να βάψει το μαλλί για την βελέντζα που θα ύφαινε. Ο γιος της κοιμόταν μέσα στο σπίτι. Τον είχε αφήσει με τον πεθερό της. Ο άνδρας της στα πρόβατα με τον μικρό της κουνιάδο. Ο άλλος είχε παντρευτεί.
Ξάφνου όπως ανακάτευε το χρώμα μια λεπίδα άστραψε στο λαιμό της. - Μη κάνεις κιχ. Σε έσφαξα σαν το αρνί.
Και με τη λεπίδα στο λαιμό της υποχρεώθηκε να ακολουθήσει τον πεθερό της στην αχυροκαλύβα της αυλής. - Σε παρακαλώ… Άφησέ με. Σε παρακαλώ τι πας να κάνεις;
- Βούλωστο! Ειδεμή θα στο βουλώσω εγώ.
Μια σκοταδίνη και η Σταυρούλα σωριάστηκε πάνω σε κάτι χράμια και κιλίμια που ήταν ριγμένα στο πάτωμα της καλύβας.
Ούτε και εκείνη δεν ήξερε πόση ώρα πέρασε από τότε που ο αχρείος έπεσε πάνω της.
Έριξε μια ματιά στο μισοσκόταδο της καλύβας. Σε μια γωνιά καθόταν ο γιος της. - Μαμά γιατί κοιμάσαι εδώ;
Η Σταυρούλα σηκώθηκε με κόπο, πήρε το παιδί από τα χεράκια και με τρεμάμενα πόδια βγήκε έξω από την καλύβα. - Νυφαδιά ακόμη δε μου έφερες τον καφέ μου, άκουσε τη φωνή του πεθερού της.
Ο μικρός ακούγοντας τη φωνή του παππού, έτρεξε κοντά του.
Με τρόπο ο πεθερός της έδειξε το σουγιά. Και με τα μάτια έδειξε προς το σπλάχνο της. - Σαν αρνί, της φώναξε.
Η Σταυρούλα μαράζωσε, άλλαξε, δεν ήταν ο εαυτός της. Έπαψε να την ενδιαφέρει η ζωή, έπαψε να την ενδιαφέρει ακόμη και ο γιος της. Οι «υποχρεώσεις» ήταν τώρα και για τον πεθερό.
Κάποια στιγμή βρήκε το θάρρος και είπε το μαρτύριό της σε μια αδελφή της. Το έμαθαν τα αδέλφια της, το έμαθε ο πατέρας της. Πήγαν να καθαρίσουν το ζήτημα. Να ζητήσουν το λόγο από τον πεθερό. - Μα είναι δυνατόν; Άρρωστη είναι, δεν τη βλέπετε; Έχει πειραγμένα τα νεύρα της. Δεν ξέρει τι λέει! Στη φαντασία της τα βλέπει όλα αυτά. Εδώ δε νοιάζεται ούτε για το παιδί της. Δε βλέπετε; Γιατρό χρειάζεται, ήταν η εξαγριωμένη απάντηση του πεθερού που διαρρήγνυε τα ιμάτιά του.
Και βρέθηκε η Σταυρούλα να γυρίζει από γιατρό σε γιατρό και να καταπίνει τα χάπια για τα νεύρα της.
Έκλεισε και αυτή η χαραμάδα της ελπίδας που είχε στο απόλυτο σκοτάδι της. Τίποτε άλλο δεν της έμεινε. Κλείστηκε στον εαυτό της, στον δικό της κόσμο. Δεν την ενδιέφερε η ζωή. Δεν την ενδιέφεραν ούτε τα δίδυμά της που εν τω μεταξύ είχε γεννήσει, τα οποία δεν ήξερε και ποιανού είναι. Ήταν παιδιά του άντρα της ή αδέλφια του; Και ένα πρωί έτσι τη βρήκαν κουλουριασμένη ανάμεσα στα δίδυμα που έκλαιγαν γοερά.
Ανακοπή! Τουλάχιστον αυτό έγραφε η ληξιαρχική πράξη θανάτου. - Μωρέ νυφαδιά που μας έτυχε! Δεν πειράζει γιέ μου, η επόμενη θα είναι καλύτερη, είπε ο πατέρας στον γιο του χτυπώντας το κομπολόϊ του. Και πρόσθεσε:
- Θα είναι μια γυναίκα με τα όλα της!
Αρετή Γραμμόζη – Παπαδημάτου
Ιανουάριος 2019










