Γιάννης Βαρούχας | Στο Εσωτερικό: Η Τολμηρή Ψυχή της Παργινού και του Φραντζή

EswterikoParastasi01©Μυρτώ-Αποστολίδου

Την Κυριακή, 15 Μαρτίου, στο Δημοτικό Θέατρο Αργοστολίου «Ο Κέφαλος», τα κόκκινα καθίσματα κατακλύστηκαν από πλήθος κόσμου, γεμάτο προσμονή για μια ακόμα δημιουργία των αγαπημένων συμπολιτών μας, της Ελένης Παργινού και του Κώστα Φραντζή. Η παράσταση είχε ήδη παιχτεί πρώτα στην Αθήνα και στη συνέχεια στην Κέρκυρα, αλλά η αναμονή στο Αργοστόλι ήταν συλλογική και αδημονούσα καθώς οι θεατές προσήλθαν μαζικά για να ζήσουν την εμπειρία ενός έργου που το χαρακτήρισε η τόλμη, η αλληγορία και η βαθιά θεατρική ποιότητα.

Ένα κείμενο από τον
Γιάννη Βαρούχα

Η παράσταση ξεκινά με μια παλιά τηλεόραση που μεταδίδει ξύλινο λόγο σε πραγματική γλώσσα αλλά χωρίς εικόνα, δημιουργώντας μια αίσθηση αποσπασματικής πληροφορίας. Η κοπέλα, που αργότερα θα αποτελέσει το τραγικό κέντρο της ιστορίας, εισέρχεται από την πλατεία και σβήνει τη συσκευή, σαν να διακόπτει τη συνεχή ροή του εξωτερικού κόσμου. Στη συνέχεια οι υπόλοιποι ηθοποιοί εμφανίζονται από τον ίδιο χώρο και στρέφουν το βλέμμα τους προς εκείνη. Χωρίς να έχει ακόμη συμβεί τίποτα, η σκηνοθεσία εγκαθιδρύει μια παράδοξη ένταση: το σώμα της νεαρής γυναίκας γίνεται το επίκεντρο μιας σιωπηλής προσμονής, σαν να έχει ήδη εγγραφεί πάνω του η μοίρα που πρόκειται να αποκαλυφθεί.

Στη συνέχεια η σκηνή γεμίζει με καρέκλες που μεταφέρονται από το βάθος προς το προσκήνιο. Οι ηθοποιοί τις τοποθετούν και τις μετακινούν αδιάκοπα, σαν να αναζητούν μια θέση που ποτέ δεν αποδεικνύεται κατάλληλη. Η κινησιολογία αποκτά ρυθμό σχεδόν τελετουργικό. Ένα τραπέζι μεταφέρεται με ένταση γύρω από τη σκηνή, φτάνοντας στο όριο της πτώσης, πριν επιστρέψει ξανά στο αρχικό του σημείο. Πάνω του τοποθετείται μια καρέκλα και κατόπιν άλλες, σχηματίζοντας μια παράλογη κατασκευή που τελικά καθιστά αδύνατη τη χρήση της. Η σκηνή κορυφώνεται με την ανατροπή του τραπεζιού και την πτώση ενός άντρα στο πάτωμα, σαν μια πρώτη ρωγμή στην εύθραυστη ισορροπία του κόσμου που παρουσιάζει η παράσταση.

Η σκηνή μετατρέπεται στη συνέχεια σε μια παράξενη τελετουργία γύρω από το νερό. Οι ηθοποιοί γεμίζουν τα ποτήρια τους ξανά και ξανά, μεταγγίζοντας το νερό ο ένας στον άλλον, πριν τσουγκρίσουν επαναλαμβάνοντας ρυθμικά τη φράση «το σπίτι μας, το δικό μας σπίτι». Η συλλογική αυτή επιβεβαίωση της κοινότητας αποκτά μια υπόγεια ειρωνεία: η νεαρή γυναίκα που αργότερα θα αποτελέσει το τραγικό επίκεντρο της ιστορίας παραμένει σιωπηλή. Σταδιακά αποσύρεται από τον κύκλο, της φορτώνουν όλα τα ποτήρια αλλά μάταια πασχίζει να τα συγκρατήσει στην αγκαλιά της. Προσπαθεί ξανά και ξανά μέχρι που τα παρατά… Τότε κατευθύνεται προς μια μπανιέρα στο πλάι της σκηνής, όπου πλένει τα χέρια, το πρόσωπο και τα μαλλιά της πριν βυθιστεί μέσα στο νερό σαν να εισέρχεται σε έναν άλλο κόσμο.

Καθώς η νεαρή γυναίκα παραμένει σχεδόν αθέατη μέσα στην μπανιέρα, δύο ηθοποιοί μεταφέρουν ξύλα και χώμα μιλώντας για τον θάνατό της και για τον άγνωστο άνθρωπο που βρίσκεται διαρκώς δίπλα μας χωρίς να τον αντιλαμβανόμαστε. Η σκηνοθεσία δημιουργεί έτσι μια έντονη αντίστιξη: ενώ ο λόγος φιλοσοφεί ή αγωνιά γύρω από την απώλεια, το σώμα της γυναίκας πραγματοποιεί τη σιωπηλή του αποχώρηση.

Αργότερα ανασηκώνεται αργά μέσα στη μπανιέρα, καθιστή, με την πλάτη στο κοινό. Αφαιρεί το φόρεμά της και απομένει γυμνή, πριν σηκωθεί για να βγει από την μπανιέρα και να απομακρυνθεί προς το βάθος της σκηνής.

Η κίνηση αυτή λειτουργεί σαν μια τελετουργική απογύμνωση από την επίγεια ύπαρξη. Όταν αργότερα επιστρέφει, φορώντας ένα μακρύ φόρεμα, η παρουσία της μοιάζει να έχει μεταμορφωθεί: δεν είναι πια σώμα αλλά σκηνική μορφή της ψυχής.

Η σκηνοθεσία της Ελένη Παργινού φαίνεται να μετατρέπει εδώ το έργο σε μια ποιητική σκηνική αλληγορία για τον θάνατο και την άγνοια των ζωντανών.

Η παράσταση κορυφώνεται σε μια σκηνή όπου η κοπέλα, που έχει πλέον πεθάνει, περιφέρεται γύρω από τους ζωντανούς, αόρατη για αυτούς. Οι ηθοποιοί ρίχνουν χώματα στο κέντρο της σκηνής, σηκώνοντας σκόνη, ενώ φέρνουν το τραπέζι και το τοποθετούν πάνω από το χώμα. Στη συνέχεια δημιουργούν πάνω στο τραπέζι ένα λόφο από χώμα, που ενδέχεται να προσομοιάζει με την προσπάθεια του κόσμου να οργανώσει την απώλεια. Ο λόφος που φτιάχνει ο άντρας πάνω στο τραπέζι μοιάζει με έναν μικρό θυσιαστικό λόφο, ίσως συμβολικό τάφο ή ανάμνηση.

Η γυναίκα-ψυχή προσπαθεί απεγνωσμένα να αλληλεπιδράσει, προσπαθώντας ξανά και ξανά να μεταφέρει χώμα από το έδαφος πάνω στο τραπέζι. Στο τέλος, οι ζωντανοί καθίζουν ήρεμα στις καρέκλες τους, έχοντας μάλλον βρει τη θέση τους, δεν τρέχουν όπως στην αρχή για να βρουν τη θέση τους. Η παρουσία της νεκρής παραμένει αόρατη αλλά υπαρκτή έως ότου όλους μαζί τους λούσει το αιώνιο και ανίκητο Φως που έρχεται τελικά να διαλύσει το συνεχές σκοτάδι της σκηνής.

Η σκηνοθεσία της Ελένη Παργινού μετατρέπει το έργο του Μέτερλινκ σε μια ισχυρή σκηνική αλληγορία για τον θάνατο, τη μνήμη και την ανθρώπινη αδυναμία να αντιληφθεί την απώλεια. Η χρήση του χώρου, των αντικειμένων και του σώματος των ηθοποιών δημιουργεί μια συνεχή ένταση και ταυτόχρονα μια βαθιά συμβολική διάσταση, όπου η ζωή συνεχίζεται και οι άνθρωποι βρίσκουν τη θέση τους, ακόμα κι αν η απώλεια παραμένει αθέατη αλλά υπαρκτή.

Στο θεατρικό έργο που είδαμε χθες στο Δημοτικο θέατρο Αργοστολίου «Ο Κέφαλος» από την ομάδα Kentro, υπήρχε ένα βασικό μοτίβο: η αλήθεια υπάρχει πριν ακόμη ειπωθεί. Η είσοδος όλων από τον χώρο των θεατών, μας δημιούργησε τελικά την εντύπωση ότι η γνώση του γεγονότος ανήκε πρώτα στον κόσμο έξω από το σπίτι. Οι ηθοποιοί έμοιαζαν να σχηματίζουν μια κοινότητα που γνωρίζει, αλλά δεν μιλά ακόμη. Μόνο μουρμουρίζει… ακατάληπτα.

Η τραγωδία φαινόταν να υπάρχει ήδη στο βλέμμα των άλλων πριν γίνει πράξη. Λες και ήταν προδιαγεγραμμένη. Λες και ήταν γραφτό να συμβεί. Σταδιακά έρχεται ο αποκλεισμός. Η αποβολή. Οι προσπάθειες επανένταξης πέφτουν στο κενό. Δεν μπορούν δύο χέρια να κρατήσουν τα ποτήρια όλων τους… η πηγή της ζωής, το νερό, πέφτει στο έδαφος. Χύνεται κάτω και πάνω τους. Η απόγνωση φωλιάζει στον ψυχισμό της γυναίκας που χάνει τη μάχη με τη ψυχή πριν χάσει αυτή με το σώμα της.

«Το σπίτι μας, το δικό μας σπίτι»

Η επαναλαμβανόμενη φράση δημιουργεί ένα είδος συλλογικής επιβεβαίωσης της ασφάλειας. Συλλογικής μα και, αλίμονο, τρομακτικά επίπλαστης. Έχει ήδη αρχίσει να γίνεται τρομακτική από τη συνεχή επανάληψή της που καταντά συνήθεια και όχι ουσία. “Το δικό μας σπίτι” είναι αυτό που τελικά σκοτώνει ή προστατεύει;

Ο θάνατος είναι μια αόρατη παρουσία δίπλα μας. Θα τον αισθανούμε από το αποτέλεσμά του. Την απότομη διακοπή της επικοινωνίας. Κι αυτό δύσκολα μπορεί να γίνει κατανοητό. Οι άνθρωποι ζουν μέσα σε μια πραγματικότητα όπου οι βαθύτερες δυνάμεις της ύπαρξης παραμένουν αθέατες.

Το γυμνό σώμα της νεκρής καθαρίστηκε από τα κοινωνικά στερεότυπα και τις κοινωνικές συμβάσεις, είναι πια καθαρό και εξαγνισμένο. Η νεκρή γυναίκα γίνεται πλέον σκηνική μορφή της ψυχής ικανοποιώντας τη διαχρονική ανάγκη του ανθρώπου στο να πιστεύει ότι τίποτα δε χάνεται για πάντα, οριστικά, αλλά μετατρέπεται σε κάτι άλλο… η παράσταση μεταφέρει τόσο την τραγωδία όσο και την επίγνωση της ανθρώπινης μοίρας μέσα από πολλές αλληγορίες.

Ζήσαμε την παράσταση με την καρδιά μας και προσπαθήσαμε να μεταφέρουμε τα συναισθήματα και την εμπειρία που μας χάρισε. Η απόφαση δύο νέων ανθρώπων, της Ελένης Παργινού και του Κώστα Φραντζή, να ανεβάσουν ένα έργο τόσο απαιτητικό και βαθιά τολμηρό στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, μας εντυπωσίασε και μας ενέπνευσε.

Η ποιότητα της σκηνικής παρουσίας, οι ηθοποιοί, ο ήχος, ο φωτισμός τα σκηνικά, όλα ήταν σε κορυφαίο επίπεδο και δημιούργησαν μια εμπειρία που μας γέμισε αναζητήσεις, απαίτησε τη σκέψη μας και τελικά επιτέλεσε τον σκοπό της, μας ψυχαγώγησε. Θερμά συγχαρητήρια σε όλη την ομάδα Κέντρο για το έργο της και ευχόμαστε οι δρόμοι μας σύντομα να διασταυρωθούν και πάλι!

Γιάννης Βαρούχας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ