Γιάννης Βαρούχας: Η Άλλη Μήδεια του Μποστ | Αστέρια στο Σανίδι του Κεφάλου

Χθες το βράδυ, στο Δημοτικό Θέατρο Αργοστολίου «Ο Κέφαλος», δεν πήγαμε απλώς να δούμε μια παράσταση, πήγαμε με προσδοκίες και φύγαμε με καρδιές γεμάτες! Το Θεατρικό Εργαστήρι Σύγχρονης Τέχνης Κεφαλονιάς μας έχει μάθει να απαιτούμε το υψηλό, κι όμως, για ακόμη μία φορά, κατάφερε να το ξεπεράσει.

Από το πρώτο καλωσόρισμα, με τον ολοδρόσο και φωτεινό χορό να ξεχύνεται στη σκηνή, και με σκηνικά φροντισμένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, νιώσαμε πως θα ζήσουμε κάτι ξεχωριστό. Δεν διαψευστήκαμε ούτε στιγμή.

Κείμενο:
Γιάννης Βαρούχας

Το γέλιο, εκείνο το γνήσιο, το αυθόρμητο, ήρθε γρήγορα, με τον Τάσο Μπεκατώρο στον ρόλο της τροφού! Μόνη η αμφίεσή του αρκούσε για να πυροδοτήσει το πρώτο κύμα γέλιου, μα η δύναμή του δεν βρισκόταν εκεί. Ήταν στην ερμηνεία. Ήταν στον τρόπο που κατοίκησε τον ρόλο, στον ρυθμό, στις παύσεις, στο βλέμμα. Ο Τάσος δεν υποδύθηκε απλώς, υπηρέτησε τον ρόλο με πληρότητα και βάθος, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά τη βαθιά του σχέση με το σανίδι.

Παλιότερα έχουμε συγκινηθεί μαζί του, έχουμε προβληματιστεί και τώρα γελάσαμε με την ψυχή μας! Και ναι, με κάθε επίγνωση της υπερβολής που κουβαλά μια τέτοια σύγκριση, δεν μπορούμε να μη σκεφτούμε τον Robin Williams στην εμβληματική του ερμηνεία ως γυναίκα στην ταινία Mrs. Doubtfire. Όχι για την ομοιότητα, αλλά για την υποκριτική επάρκεια, εκείνη τη σπάνια ικανότητα να μεταμορφώνεις το γέλιο σε τέχνη.

Δίπλα του, και γύρω του, ένα σύνολο που δεν άφηνε περιθώριο να ξεχωρίσεις εύκολα, γιατί όλοι είχαν λόγο ύπαρξης και λάμψη.

Η Ευτυχία Λιναρδάτου, ως εκρηκτική καλόγρια, δεν περιορίστηκε στο κοστούμι της, το διέλυσε με την ενέργειά της. Το ράσο δεν μπόρεσε να κρύψει ούτε στιγμή τη ζωντάνια της. Ήταν παρούσα ακόμη κι όταν δεν μιλούσε, με αντιδράσεις που γίνονταν μικρές παραστάσεις μέσα στην παράσταση.

Ο Τάσος Αναστασιάδης και ο Διονύσης Ζαπάντης, γνώριμες και σταθερές δυνάμεις, απέδειξαν γιατί ανδρώθηκαν θεατρικά μέσα από σημαντικές διαδρομές κοντά στον θεατρικό τους πατέρα, Πάνο Βαρδάκο. Με ωριμότητα, ρυθμό και αίσθηση του συνόλου, υπηρέτησαν τους ρόλους τους με ακρίβεια και αρμονία, προσθέτοντας βάθος και συνοχή στο σύνολο.

Έπειτα, ήταν η Μήδεια…

Η Αγγελική Γιαννακοπούλου δεν ανέβηκε απλώς στη σκηνή. Κυριάρχησε. Ίσως στην πιο μεστή και ολοκληρωμένη της στιγμή, έδωσε έναν πραγματικό θρίαμβο ερμηνείας. Με όπλο τον ιδιοσυγκρασιακό λόγο του Μποστ, κατόρθωσε κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να τον κάνει δικό της. Το ύφος της, οι μορφασμοί της, η κίνηση, η άρθρωση, η οικειοποίηση κάθε λέξης, όλα συντονισμένα σε μια ερμηνεία που δεν άφηνε περιθώριο αδιαφορίας. Ήταν ανησυχητικά καλή. Κρατούσε το κοινό σε εγρήγορση, το προκαλούσε, το οδηγούσε και κάθε της κορύφωση συνοδευόταν από χειροκροτήματα, γέλια και αυθόρμητες επευφημίες. Δεν ήταν απλώς επιτυχημένη, ήταν αξέχαστη.

Ο Γιάννης Νεόφυτος, σαν ένας σκηνικός απόγονος του Ευριπίδη, προσέφερε απλόχερα γέλιο μέσα από την προσπάθεια του ρόλου του να “στήσει” το ίδιο το έργο. Με εκείνη τη χαρακτηριστική φουντίτσα στο καπέλο του να πηγαινοέρχεται σαν προέκταση της σκέψης του, με γκριμάτσες και επιφωνήματα που έμοιαζαν αυθόρμητα και απολύτως μελετημένα ταυτόχρονα, κατάφερε να δημιουργήσει μια φιγούρα απολαυστική.

Και όταν ο Λούκας Νιφοράτος μπήκε στη σκηνή, το κοινό ήταν ήδη έτοιμο να γελάσει, πριν καν μιλήσει! Η κίνηση, τα σκέρτσα, η φυσική του παρουσία αρκούσαν. Κι όμως, όταν τελικά μίλησε, εκεί που το κείμενο άγγιζε πιο σκοτεινές και σκληρές πλευρές, εκείνος κατάφερε το αδιανόητο: να συνεχίσουμε να γελάμε. Όχι από ελαφρότητα, αλλά από το πηγαίο του ταλέντο και τον μοναδικό τρόπο που το ξεδιπλώνει. Ένας ηθοποιός που κουβαλά το θέατρο μέσα του.

Φυσικά, τίποτα από όλα αυτά δεν θα έφτανε σε τέτοιο επίπεδο χωρίς την αρμονία των συντελεστών. Η διανομή των ρόλων ήταν εύστοχη, σχεδόν ιδανική. Τα σκηνικά, οι φωτισμοί, ο ήχος, όλα λειτουργούσαν υπέρ της παράστασης, όχι επιδεικτικά, αλλά ουσιαστικά. Μέσα σε όλα αυτά, η μουσική αύρα του Γιώργου Ζαμπέτα, μέσα από το χάρισμα του Κώστα Χαριτάτου, έντυνε διακριτικά αλλά καθοριστικά το σύνολο.

Ο κόσμος ήταν εκεί. Μαζικά, και τις τρεις ημέρες. Γέμισε την αίθουσα, γέμισε την παράσταση με ενέργεια, με παλμό και όταν η αυλαία έπεσε, δεν έφυγε. Τα παρασκήνια πλημμύρισαν από ανθρώπους που ήθελαν να συγχαρούν, να σφίξουν ένα χέρι, να πουν μια ζεστή κουβέντα. Γιατί αναγνώρισαν κάτι σπάνιο: την ανιδιοτελή προσφορά ανθρώπων που, αν και ερασιτέχνες, προσφέρουν στιγμές αληθινά μεγάλες.

Κάπως έτσι, μέσα από το ανατρεπτικό σύμπαν του Μποστ, εκεί όπου η γλώσσα σκοντάφτει επίτηδες και η λογική αναποδογυρίζει, ξεπρόβαλε μια αλήθεια σχεδόν αλληγορική: πως το θέατρο είναι καθρέφτης. Όχι της πραγματικότητας όπως είναι, αλλά όπως τη νιώθουμε. Με τις υπερβολές της, τις αντιφάσεις της, το γέλιο που κρύβει πόνο και τον πόνο που λυτρώνεται μέσα από το γέλιο.

Σε μια μικρή πόλη σαν τη δική μας, σε μια σκηνή που φωτίστηκε από μεράκι και αγάπη, αποδείχθηκε ότι η τέχνη δεν χρειάζεται τίτλους για να είναι μεγάλη. Χρειάζεται ψυχή και, χθες το βράδυ, αυτή η ψυχή ήταν παντού.

Γιάννης Βαρούχας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ