Μανόλια Ροσολύμου: Ο αόρατος πόνος δεν ζητά έγκριση, ζητά παρουσία

Υπάρχει μια σκληρή αδικία στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον ανθρώπινο πόνο: αναγνωρίζουμε ευκολότερα εκείνον που μπορούμε να δούμε και αμφισβητούμε εκείνον που καλούμαστε να εμπιστευτούμε.

Ένα σώμα που πονά δικαιούται περίθαλψη. Ένα σώμα που δεν υπακούει στους κανόνες της αρτιμέλειας γίνεται αντικείμενο διάγνωσης, σχολιασμού, άλλοτε θαυμασμού και άλλοτε οίκτου.

Τι συμβαίνει, όμως, όταν η οδύνη δεν έχει ορατή ανατομία; Όταν δεν υπάρχει τραύμα για να δείξεις, πυρετός για να μετρήσεις, ακτινογραφία για να αποδείξεις ότι κάτι μέσα σου δεν είναι πια όπως πριν;

Τότε αρχίζει συχνά η δεύτερη δοκιμασία του ανθρώπου που υποφέρει: πρέπει να πείσει τους άλλους ότι ο πόνος του είναι πραγματικός.

Η κατάθλιψη δεν είναι μια θλίψη που απλώς διαρκεί περισσότερο. Δεν είναι έλλειψη ευγνωμοσύνης, αδυναμία χαρακτήρα ή αποτυχία να εκτιμήσει κανείς όσα έχει. Είναι μια σύνθετη ψυχική νόσος που μπορεί να αλλοιώσει τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, το μέλλον και τις δυνατότητες που του απομένουν.

Κι όμως, εξακολουθούμε να την αντιμετωπίζουμε με το οπλοστάσιο των εύκολων συμβουλών: «σκέψου θετικά», «έχεις τόσα να ζήσεις», «μην αφήνεις τα πράγματα να σε επηρεάζουν». Σαν να μπορεί η απόγνωση να υποχωρήσει επειδή κάποιος της υπέδειξε ότι δεν έχει επαρκή επιχειρήματα.

Η κοινωνία μας έχει μια ιδιαίτερη αδυναμία στις ιστορίες που καταλήγουν σε θρίαμβο. Συγκινείται με τον άνθρωπο που ξεπερνά τα εμπόδια, θαυμάζει εκείνον που μετατρέπει τη δυσκολία σε δύναμη, χειροκροτεί όποιον καταφέρνει να αποδείξει ότι τίποτε δεν μπορεί να τον περιορίσει.

Πολύ λιγότερο πρόθυμη είναι να σταθεί απέναντι σε εκείνον που δεν μπορεί, εκείνη τη δεδομένη στιγμή, να μετατρέψει τον πόνο του σε μάθημα ζωής. Σαν να επιτρέπουμε στον άνθρωπο να είναι ευάλωτος μόνο υπό τον όρο ότι, στο τέλος, θα μας προσφέρει μια ιστορία νίκης.

Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι υποχρεωμένος να κάνει την οδύνη του χρήσιμη για να δικαιούται συμπόνια. Δεν χρειάζεται να μετατρέψει την ασθένειά του σε έμπνευση, την αναπηρία του σε σύμβολο, την κατάθλιψή του σε αφήγηση υπέρβασης. Έχει δικαίωμα να είναι άνθρωπος και στις ημέρες που δεν κατορθώνει τίποτε περισσότερο από το να αντέξει την ημέρα.

Και ίσως εδώ βρίσκεται μια από τις βαθύτερες αντιφάσεις της εποχής μας: έχουμε αποκτήσει πρωτοφανή μέσα επικοινωνίας, αλλά εξακολουθούμε να δυσκολευόμαστε να συναντηθούμε ουσιαστικά. Γνωρίζουμε τι σκέφτονται άγνωστοι, τι τρώνε, πού ταξιδεύουν, πώς περνούν τις διακοπές τους. Βλέπουμε τις επιμελημένες εκδοχές της ζωής τους σε καθημερινή επανάληψη. Κι όμως, η πρόσβαση στην εικόνα ενός ανθρώπου δεν ισοδυναμεί με πρόσβαση στην εσωτερική του πραγματικότητα.

Μπορεί να γνωρίζουμε δεκάδες λεπτομέρειες για κάποιον και να μην έχουμε ιδέα τι φοβάται να ομολογήσει. Μπορεί να βρισκόμαστε καθημερινά δίπλα του και να μην έχουμε δημιουργήσει ποτέ τον χώρο στον οποίο θα μπορούσε να πει την αλήθεια του χωρίς να φοβάται ότι θα γίνει βάρος.

Η οικειότητα, άλλωστε, δεν μετριέται σε ώρες συνύπαρξης. Μετριέται και στην ελευθερία που αισθάνεται κάποιος να μην προσποιείται ότι είναι καλά.

Η αυτοκτονία είναι ένα από τα πιο οδυνηρά όρια της ανθρώπινης κατανόησης. Δεν προσφέρεται για εύκολες ερμηνείες, δεν εξηγείται με ένα γεγονός, μια απογοήτευση ή μια φράση που εκ των υστέρων αποκτά τη σημασία που της αποδίδουμε. Είναι ένα σύνθετο φαινόμενο, στο οποίο μπορούν να διασταυρωθούν η ψυχική νόσος, η απελπισία, η απομόνωση και παράγοντες που συχνά δεν γνωρίζουμε. Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ιστορία, και κανείς έξω από αυτήν δεν δικαιούται να ισχυρίζεται ότι γνωρίζει ολόκληρη την αλήθεια της.

Ίσως γι’ αυτό, όταν συμβαίνει μια τέτοια απώλεια, σπεύδουμε να αναζητήσουμε μια εξήγηση. Θέλουμε ένα αίτιο που να χωρά σε μία πρόταση, ένα σημείο στο οποίο να μπορούμε να δείξουμε με το δάχτυλο και να πούμε: εκεί ήταν το πρόβλημα. Η αβεβαιότητα μάς τρομάζει περισσότερο από όσο παραδεχόμαστε.

Μας υπενθυμίζει ότι η ανθρώπινη ψυχή δεν είναι ένας μηχανισμός που μπορούμε πάντοτε να αποκωδικοποιήσουμε και ότι η αγάπη, όσο απαραίτητη κι αν είναι, δεν μας καθιστά παντογνώστες ούτε παντοδύναμους.

Δεν πρέπει, επομένως, να μετατρέπουμε τους νεκρούς σε αινίγματα που επιλύουμε για να καθησυχάσουμε τους ζωντανούς. Ούτε να εξιδανικεύουμε την αυτοκτονία, ούτε να την αντιμετωπίζουμε ως ηθική αποτυχία. Πρέπει να μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτήν χωρίς ντροπή, χωρίς εντυπωσιοθηρία και χωρίς να στερούμε από εκείνους που υποφέρουν το δικαίωμα να ζητήσουν βοήθεια πριν η απόγνωσή τους γίνει αφόρητη.

Η ανθρώπινη ευθύνη δεν αρχίζει εκεί όπου έχουμε όλες τις απαντήσεις. Αρχίζει ακριβώς εκεί όπου συνειδητοποιούμε ότι δεν τις έχουμε.

Αρχίζει όταν σταματάμε να θεωρούμε την ψυχική υγεία ιδιωτική υπόθεση για την οποία ο καθένας οφείλει να τα βγάλει πέρα μόνος του.

Όταν καταλαβαίνουμε ότι η επαγγελματική βοήθεια δεν είναι ήττα, ότι η φαρμακευτική αγωγή δεν αποτελεί στίγμα, ότι το να πεις «δεν είμαι καλά» δεν ακυρώνει όσα έχεις καταφέρει ούτε μειώνει την αξία σου.

Και αρχίζει, ακόμη, σε στιγμές πολύ μικρότερες από εκείνες που συνηθίζουμε να ονομάζουμε σημαντικές.

Σε μια ερώτηση που δεν γίνεται από ευγένεια αλλά από ενδιαφέρον. Σε μια σιωπή που δεν βιαζόμαστε να γεμίσουμε με συμβουλές.

Στην απόφαση να μην ειρωνευτούμε αυτό που δεν καταλαβαίνουμε. Στην προθυμία να ακούσουμε έναν άνθρωπο χωρίς να του ζητήσουμε να μας αποδείξει ότι ο πόνος του είναι αρκετά σοβαρός ώστε να αξίζει τον χρόνο μας.

Δεν είναι κάθε σιωπή έκκληση για βοήθεια. Δεν μπορούμε να διαβάζουμε τις σκέψεις των άλλων ούτε να αναλαμβάνουμε την ευθύνη για κάθετι που αδυνατούμε να προβλέψουμε. Μπορούμε, όμως, να δημιουργούμε σχέσεις στις οποίες η αλήθεια δεν τιμωρείται, η ευαλωτότητα δεν γελοιοποιείται και η ανάγκη δεν αντιμετωπίζεται ως ελάττωμα.Γιατί το αντίθετο της αδιαφορίας δεν είναι η συγκίνηση. Είναι η παρουσία.

Η συγκίνηση μπορεί να διαρκέσει όσο μια είδηση στην οθόνη μας. Η παρουσία απαιτεί κάτι δυσκολότερο: να παραμείνουμε διαθέσιμοι και όταν ο πόνος του άλλου δεν είναι πια επίκαιρος, όταν δεν υπάρχει κοινό να μας παρακολουθεί, όταν η φροντίδα δεν προσφέρει καμία δημόσια επιβεβαίωση ότι είμαστε καλοί άνθρωποι.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική δοκιμασία της ανθρωπιάς: όχι τι αισθανόμαστε όταν μαθαίνουμε ότι κάποιος υπέφερε, αλλά ποια θέση έχει ο πόνος του άλλου μέσα στον τρόπο με τον οποίο ζούμε.

Δεν θα μπορέσουμε να σώσουμε κάθε άνθρωπο. Δεν θα καταλάβουμε κάθε σιωπή, δεν θα προβλέψουμε κάθε απώλεια, δεν θα βρούμε πάντοτε τις λέξεις που χρειάζονται. Η αποδοχή αυτών των ορίων, ωστόσο, δεν μας απαλλάσσει από την ευθύνη μας· μας καλεί να την ασκήσουμε χωρίς την ψευδαίσθηση ότι είμαστε παντοδύναμοι.

Να φροντίζουμε καλύτερα εκείνους που είναι εδώ.

Να μιλάμε για την ψυχική νόσο σαν αυτό που είναι: ζήτημα υγείας, όχι χαρακτήρα.

Να μη μετατρέπουμε την οδύνη σε θέαμα ούτε την απώλεια σε αφορμή για πρόσκαιρη ηθική ανωτερότητα.

Και, πάνω απ’ όλα, να θυμόμαστε ότι κάθε άνθρωπος που συναντάμε έχει μια εσωτερική ζωή της οποίας δεν είμαστε οι συγγραφείς και δεν γνωρίζουμε όλες τις σελίδες.

Ίσως τελικά να μην μπορούμε να μετρήσουμε την ανθρωπιά μας από τις φορές που καταφέραμε να καταλάβουμε έναν άλλον άνθρωπο.

Ίσως να μετριέται περισσότερο από τον τρόπο με τον οποίο του φερθήκαμε όταν δεν τον καταλαβαίναμε.

Γιατί το δυσκολότερο πράγμα δεν είναι να συγκινηθούμε από τον πόνο που έγινε ορατός. Είναι να σεβαστούμε τον πόνο που δεν θα μάθουμε ποτέ να ονομάζουμε.

Μανόλια Ροσολύμου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ