Γράφει ο δικηγόρος Σπύρος Σκιαδόπουλος
Ας υποθέσουμε ότι είστε δανειολήπτης, που καλώς ή κακώς, έχετε υπαχθεί στο νόμο Κατσέλη, και έχετε ένα δοσολόγιο. Η απόφαση σας λέει 300 ευρώ ανά δόση και το δοσολόγιο καταλήγει 500+ ευρώ.
Τι κάνετε;
Όπως φαίνεται, έπρεπε να πάτε στον Άρειο Πάγο για το αυτονόητο.
Ο τρόπος εκτοκισμού, όπως εφαρμόστηκε μέχρι σήμερα από την πλευρά των funds, έχει τεράστια επίπτωση στο ύψος της απαίτησης.
Σε ένα απλό παράδειγμα: σε δάνειο 100.000 ευρώ, με επιτόκιο 3% και ορίζοντα 20ετίας, ο εκτοκισμός πάνω στο σύνολο του κεφαλαίου μπορεί να οδηγήσει τη συνολική απαίτηση περίπου στις 135.000 ευρώ και τη μηνιαία δόση περίπου στα 560 ευρώ.
Ο δανειολήπτης έπαιρνε δικαστική απόφαση με συγκεκριμένη δόση και στην πράξη έβλεπε άλλο νούμερο.
Και για να αποκατασταθεί η κοινή λογική, χρειάστηκε να φτάσουμε στον Άρειο Πάγο. Η απόφαση του ΑΠ ξεκαθαρίζει ότι, στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, ο τόκος υπολογίζεται πάνω στη μηνιαία δόση που όρισε το δικαστήριο και όχι πάνω σε όλο το ρυθμισμένο κεφάλαιο. Δηλαδή βάση εκτοκισμού είναι το ποσό της δόσης και όχι το σύνολο της οφειλής. Έτσι περιορίζεται η τελική επιβάρυνση και αποτρέπεται το φαινόμενο να προκύπτουν στην πράξη πολύ υψηλότερες καταβολές από αυτές που προβλέπει η δικαστική απόφαση. Ο πυρήνας της κρίσης του Αρείου Πάγου είναι ότι ο νομοθέτης του ν. 3869/2010 είχε κοινωνικό σκοπό, δηλαδή την προστασία της πρώτης κατοικίας, με κούρεμα και ρύθμιση σε ρεαλιστική βάση.
Με βάση την απόφαση του Αρείου Πάγου, αντίθετα, στο παραπάνω παράδειγμα των 100.00 ευρώ, όταν ο εκτοκισμός γίνεται επί της δόσης, το ποσό πέφτει αισθητά: η μηνιαία καταβολή μένει κοντά στα 416 ευρώ, με πολύ χαμηλότερη συνολική επιβάρυνση τόκων.
Ο Άρειος Πάγος δεν έκρινε πώς λειτουργεί γενικά ο τόκος στα τραπεζικά δάνεια, ούτε άλλαξε την «τραπεζική επιστήμη». Απλώς ερμήνευσε το διατακτικό των δικαστικών αποφάσεων, όπως ακριβώς γράφτηκε.
Οι γνωστοί, μας είπαν ότι θα υπάρχει «ζημιά» 1,3 δισ. ευρώ στα χαρτοφυλάκια επειδή ο νέος υπολογισμός κόβει δραστικά την τελική οφειλή.
Κάθε φορά που η Δικαιοσύνη δεν λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής τραπεζικών πρακτικών, κάποιοι θυμούνται ξαφνικά ότι «κλονίζεται η ασφάλεια δικαίου» , η «ασφάλεια των συναλλαγών» κτλ.
Μετάφραση: «Δεν μπορούμε να υπερκερδίσουμε σε βάρος σας πια παραποιώντας την κοινή λογική».
Για χρόνια τα funds αξιοποιούσαν και αξιοποιούν κάθε χαραμάδα αοριστίας.
Η πραγματική καθημερινότητα του δανειολήπτη απέναντι στα funds είναι να δέχεται πιεστικές οχλήσεις και τελεσιγραφική «διαπραγμάτευση», αντί για ουσιαστική ρύθμιση.
Η πραγματική καθημερινότητα του δανειολήπτη είναι να του προτείνονται τυποποιημένες λύσεις, χωρίς πραγματική προσαρμογή στις οικονομικές του δυνατότητες, ώστε η αθέτηση να είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη.
Να του στέλνουν πλειστηριασμό χωρίς κουβέντα.
Γι’ αυτό η απόφαση είναι θετική, όχι μόνο νομικά, αλλά και κοινωνικά.
Επαναφέρει ένα ελάχιστο όριο κοινής λογικής σε χαρτοφυλάκια που αφορούν κύρια κατοικία και ευάλωτα νοικοκυριά.
Βρισκόμαστε σε ένα όλο και πιο τραπεζοφιλικό περιβάλλον, όπου ο ιδιώτης καλείται συνεχώς να απορροφήσει τον κίνδυνο.
Οι γνωστοί, θα πουν «Θα χρησιμοποιήσουμε το πρόγραμμα Ηρακλής ως κρυφό άσο για να πληρώσουν οι φορολογούμενοι τις καταχρηστικότητες των funds». Δηλαδή πάλι να φορτωθούν οι πολίτες τους παραλογισμούς των funds. Και αυτό είναι ίσως το επόμενο μεγάλο «σκάνδαλο». Μεγάλοι όγκοι χαρτοφυλακίων που αφορούν χρέη πολιτών έχουν τιτλοποιηθεί σε εταιρίες που έχουν έδρα κάπου στον Ατλαντικό Ωκεανό, και τη διαχείριση και μόνο έχουν τρίτες εισπρακτικές εταιρίες, που ουσιαστικά ανταλλάζουν μεταξύ τους τα χαρτοφυλάκια τους. Τη διαχείριση της διαχείρισης έχουν πολλές φορές οι ίδιες τράπεζες από τις οποίες ξεκίνησαν οι αρχικές οφειλές. Δεν σας κάνει εντύπωση; Πωλούνται ακόμα και ενήμερα δάνεια. Οπότε ίσως βρούμε τα ίδια πρόσωπα κάπου, «τυχαία».
Συνεπώς, είναι αναγκαία θέσπιση ενός ειδικού και σαφούς προστατευτικού πλέγματος υπέρ του δανειολήπτη, με ειδικά δικονομικά δικαιώματα, προκειμένου να προστατευθούν πραγματικά τα οικονομικά συμφέροντα του, και να μην πρέπει κάθε φορά να φτάνουμε κυριολεκτικά στο αμήν για τα αυτονόητα.
Το αυτονόητο σε αυτή την περίπτωση είναι ότι όταν σε ένα δοσολόγιο η δόση ορίζεται στα 100 ευρώ, δεν μπορεί ξαφνικά να φτάνει στα 500 ευρώ.
Σπύρος Σκιαδόπουλος
Δικηγόρος Κέρκυρας
ΜΔΕ Εμπορικού Δικαίου ΑΠΘ










