Σάββατο 20 Ιουλίου 2024
31 C
Argostoli

kefaloniastatus@gmail.com

Εφημερεύοντα Φαρμακεία

spot_img

ΜΕΝΟΥ / ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Με την πένα της Εύας / “Βαγγελιώ και Στέλλα: η προδοσία έχει τιμή”

Γράφει η Εύα Αλιβιζάτου

Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν την άποψη των αρθρογράφων τους και όχι κατά ανάγκη του kefaloniastatus.gr

«Τα χρόνια περνούν, κυρία Στέλλα! Περνούν κι αφήνουν τους παλιολεκέδες στο σώμα μας, στην ψυχή μας, στο μυαλό μας. Λεκέδες που δε σβήνονται με κανενός είδους πλύσιμο. Θυμάμαι τότε που τρέχαμε να προλάβουμε τη ζωή, τότε που το μεροκάματο ήταν τόσο αναγκαίο, ώστε δεν άφηνε περιθώρια για φλερτ και εξόδους, ούτε για δεύτερες σκέψεις όμορφων ρούχων, λούσα ακριβά και μοδάτα.

Η τελευταία τρύπα της φλογέρας ήμασταν φιλενάδα μου και μείνανε στο ράφι να ξεσκονίζουμε τις υπόλοιπες μπουκάλες. Μα εμείς το επιλέξαμε και δεν το προσπαθήσαμε παραπάνω. Παλεύαμε να ζήσουμε. Στα ρουθούνια μας η μυρωδιά της τσίκνας από τα ψητοπωλεία ήταν μαρτύριο.

Μια λύση είχαμε! Να βρούμε μία δουλειά ώστε να έχουμε ένα φαγητό της προκοπής. Κάτι από δω, κάτι από ‘κει, χωθήκαμε στην ψησταριά του κυρ-Αργύρη ˙εσύ στην λάντζα, εγώ στην κουζίνα κι οπότε τα βλέμματα δεν έπεφταν πάνω μας, μπουκώναμε κομματάκια κρέας. Η ευτυχία ήταν τεράστια, φιλενάδα μου. Θυμάσαι, ακόμα και όταν άφηναν τα πιάτα με αποφάγια, τα μάζευες στο χαρτί και τα έπαιρνες στο δωμάτιο που είχαμε νοικιάσει μαζί. Ήταν το πρωινό μας το μεσημεριανό μας  και πάει λέγοντας. Δεν υψώναμε φωνή ή κεφάλι για να μη μας διώξουν και χάσουμε τη δουλειά μας. Πενήντα φράγκα την ημέρα, ήτανε καλά για εμάς, Στελλίτσα μου, αρκεί να μπουκώναμε εκεί.

Οι  υπόλοιποι εργάτες έκαναν πως δεν μας έβλεπαν, μα δεν μας πείραζαν ποτέ, μήτε κι ο κυρ-Αργύρης. Νομίζεις πως δεν το καταλάβαινε; Μα μας χάριζε το καλύτερο του χαμόγελο και μας άφηνε να κλείνουμε το μαγαζί εμείς. Ήξερε όμως ότι τα χέρια μας δεν θα απλώναμε ποτέ να μαγαρίσουμε, να ακουμπήσουμε τίποτα για να έχει ζημιά αυτός που μας τάιζε.

   Τα χρόνια περνούσαν φιλενάδα μου. Άντρες περνούσαν από το μαγαζί και μας κοιτούσαν, μα το βλέμμα το δικό μας δεν το σηκώναμε μην τυχόν και κακοπέσουμε. Φοβόμασταν μην πεινάσουμε ξανά. Τα χρόνια εκείνα, που όλοι σχεδόν έτρωγαν λάχανα από τους κάμπους και όσπρια, εμείς καταφέρναμε να είμαστε με τους ευκατάστατους.

Μέχρι που μπήκε ο πλούσιος, τρισκατάρατος Ηλίας στο σουβλατζίδικο και μας κοίταξε. Μας έτρωγε με τα μάτια του, μα καμία δεν είπε στην άλλη ότι είχαμε πέσει στα δίχτυα του κι δύο. Φοβόμασταν ακόμα και να πούμε ότι κάποιος μπορεί να μας αρέσει, γιατί η έγνοια να μη ζηλέψει η μία τη χαρά της άλλης και οι ενοχές ότι κάποια από τις δύο θα έφτιαχνε  σπιτικό ενώ η άλλη θα έμενε πίσω, υπερίσχυε.

Έτσι ο προκομμένος φλερτάριζε και με τις δυο μας. Ένας Θεός ξέρει πως κατάφερε και μας ξεγέλασε. Ήταν την ημέρα που έβηχες και σήκωσες πυρετό απ’ τα νερά στον νεροχύτη και σ’ έστειλε σπίτι ο κυρ-Αργύρης. Θα έβγαζα εγώ τη δουλειά σου. Ο προκομμένος άρπαξε την ευκαιρία ˙ με περίμενε τα μεσάνυχτα με τη λευκή κούρσα του και δεν στο κρύβω θαμπώθηκα. Με παρακάλεσε γονατιστός να μπω στ’ αμάξι και να με φέρει στο φτωχικό μας κι εγώ το δέχτηκα. Το φιλί του ήταν μελένιο. Ποτέ δεν με είχε φιλήσει κανένας έτσι, ποτέ δεν μ’ είχε ακουμπήσει άντρας. Ο ψηλός μελαχρινός με ταρακούνησε. Αφέθηκα στα χάδια του, φιλενάδα μου και έγινα γυναίκα κι εγώ, στα είκοσι οχτώ μου. Δεν σου είπα τίποτα, θες από ντροπή, θες από φόβο, από ενοχές… Δεν ξέρω, μα συγχώρεσέ με.

Την επόμενη μέρα σήκωσες ακόμα πιο ψηλό πυρετό και συνέχισες να είσαι στο σπίτι ξαπλωμένη. Ο κυρ-Αργύρης μου ζήτησε να σε φροντίσω σωστά και μου έδωσε το μεροκάματό σου κι ας μη δούλεψες, ώστε να σου φτιάξω ζεστές σούπες με κρέας… Με συγκίνησε και πρώτη φορά του  φίλησα το χέρι.

Τότε, που εγώ ήμουν στο πόστο μου, ήρθε ο δαίμονας στο σπίτι και σου χτύπησε την πόρτα!Σου πούλησε κι εσένα το παραμύθι του. Ήταν ερωτοχτυπημένος μαζί σου και βρήκε ευκαιρία να στο πει, ξέροντας πως λείπω. Έπεσες κι εσύ στα δίχτυα του, καημένη μου! Κι εσύ το ίδιο έπαθες, μα τότε εξαφανίστηκε και στο μαγαζί άργησε να ξανάρθει. Δεν τον αναφέραμε κι ας είχαμε η καθεμιά την πίκρα και τις σκέψεις μας.

Ο τρισκατάρατος είχε άλλα σχέδια, που δεν τα ξέραμε. Δεν άργησε να φανεί, πλάι σε άλλη αγαπητικιά. Σερβίραμε τα ψητά και τις σαλάτες και φυσικά η βέρα έλαμπε περίτεχνα στο  χέρι της. Μα φαινόταν φινετσάτη και λεφτού, όχι σαν εμάς, Στελλίτσα μου. Οι κινήσεις μας θυμωμένες και δεν αργήσαμε να κοιταχτούμε στα μάτια και να ομολογήσουμε όλα όσα ντρεπόμασταν πριν.

“Μας ξεγέλασε και τις δυο”, μου ψιθύρισες.

“Θα τον τιμωρήσει ο Θεός καρδούλα μου, μην πικραίνεσαι”, σου έλεγα.

Μα ο θυμός σου δεν έλεγε να κοπάσει. Δεν άντεξες καρδούλα μου κι ήρθε η ώρα της εγκυμοσύνης. Έπαθες σοκ, νευρικό κλονισμό. Ο κυρ-Αργύρης έμαθε τα πάντα από το στόμα μας, κι ας μη μας έδειξε  περιφρόνηση.

“Οτι έγινε, έγινε”, μας είπε. “Nα κοιτάξουμε μπροστά, για το μωρό, να το φροντίσουμε. Οι άντρες με A, ξέρουν τι πάει να πει πόνος, αθωότητα, προδοσία. Καμία δε θα φύγει από δω και η Στέλλα θα παραμείνει όσο αντέχει, αλλά θα καθίσει το ταμείο. Τη θέση της θα πάρει ένας νέος, που ήρθε τις προάλλες και μου ζήτησες εργασία”.

Ο  κυρ-Αργύρης,  πατέρας για τις δύο αδελφές ψυχές, φρόντισε τη Στέλλα να μην της λείπει τίποτα κι εμένα, την Βαγγελιώ, το ίδιο. Ο  λεγάμενος, θρασύδειλος,  ξανά ήρθε να μπουκώσει με την αρραβωνιάρα, που κι εκείνη έτυχε να έχει την κοιλιά ελαφρά φουσκωμένη.

     “Καλώς τον λεβέντη μας” τον ειρωνεύτηκε ο κυρ Αργύρης. “Ποιος καλός άνεμος σ’  έφερε από ‘δω; Βλέπω, κι άλλη γκαστρωμένη…”.

Ο Ηλίας κοκκίνησε μα παρίστανε τον ανίδεο. Άλλαξε κουβέντα παραγγέλνοντας, μα το βλέμμα σου, Στέλλα μου, δεν τον άφηνε να καταπιεί μπουκιά. Όχι δεν ήθελες να τον αφήσεις ατιμώρητο. Δεν ξέρω ποιο χέρι σου όπλισε το χέρι ψυχούλα μου κι έκανες το κακό. Eσύ ήσουνα χρυσή καρδιά, μονάχα που δεν άντεχες να καταπιείς την προδοσία.

Πέρασε ο καιρός κι έφερες την κόρη σου στον κόσμο. Mια κούκλα που πήρε τ’ όνομα του κυρ-Αργύρη. Αργυρούλα, η λουλουδένια μας μπέμπα, χαρούμενη, πανέμορφη και φυσικά, ίδια εσύ. Στο μαγαζί την λατρέψανε όλοι και ο νονός της πολύ περισσότερο, αφού δεν την άφηνε απ’ τα χέρια του.

Μα εσύ αρρώσταινες ψυχούλα μου… Tον έβλεπες και αρρώσταινες. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν όταν ήρθε ο λεγάμενος με άλλη στο ψητοπωλείο. Τι να απόγινε η καημένη με το παιδί στην κοιλιά; Ότι και να έγινε, πήρες την απόφασή σου… Η βενζίνη που περιέλουσε τ’ αμάξι του με τον ίδιο μέσα, ήταν το τραγικό της εποχής εκείνης. Ο Ηλίας έφυγε απ’ τη ζωή, μαζί και οι αμαρτίες του. Κι εσύ κυρούλα μου, εν βρασμώ ψυχής, καταδικάστηκες σε δέκα χρόνια φυλάκισης.

   Η Αργυρούλα μας μεγάλωνε. Τη φροντίζαμε με τον νονό της, γίναμε όλοι μια οικογένεια, για σένα και την κόρη σου. Τώρα, τρανή και σπουδαία, διαπρέπει στο εξωτερικό, κάνοντας το μεταπτυχιακό της στην ιατρική. Δεν σου κράτησε κακία η καρδούλα της. Πήρες την εκδίκησή σου ως γυναίκα, αυτή που νόμιζες σωστή κι ας μην ήταν».

Η Στέλλα, ξαφνικά, άνοιξε τα μάτια της.

     «Σ’ άκουσα φιλενάδα μου και ναι, αν γύριζα τον χρόνο πίσω πάλι το ίδιο λάθος θα έκανα. Φτιάχνουμε περγαμόντο για την Αργυρούλα και τον νονό της; Έλα βιάσου, έρχονται!»

–> Το παραπάνω διήγημα αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας που ουδεμία σχέση ή σύνδεση έχει με υπαρκτά και πραγματικά πρόσωπα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ