Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΔΕΝ ΜΕΝΕΙ ΠΙΑ ΕΔΩ
Όταν ανέβηκε στην έδρα η φιλόλογος της τάξης, ήταν η πρώτη διδακτική ώρα της μέρας, οι φασαρίες και τα χασκόγελα σταμάτησαν και οι μαθητές της πέμπτης γυμνασίου άνοιξαν το βιβλίο τους στη σελίδα με το μονόλογο της Αντιγόνης από την ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή. Άρχισε λοιπόν να απαγγέλει:
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Και τόλμησες να το κάνεις κι ας το είχα απαγορεύσει εγώ; [απευθυνόμενος στην Αντιγόνη που είχε τολμήσει να τον παρακούσει και να κηδέψει τον αδελφό της]
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ο Δίας όμως δε μου τ’ απαγόρεψε, ούτε η Δικαιοσύνη του Κάτω Κόσμου όρισε τέτοιους νόμους για τους ανθρώπους. Κι ούτε πιστεύω ότι οι διαταγές ενός θνητού να είναι πιο πάνω από τους άγραφους και αλάθευτους αιώνιους νόμους του ουρανού. Γιατί όχι μονάχα σήμερα ή χτες αλλά από πάντα υπάρχουν, δεν ξέρουμ’ από πότε. Απ’ τους Θεούς εγώ δε θα τιμωρηθώ γιατί φοβήθηκα ένα θνητό.
Παρακολουθούσα με μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο την φιλόλογο αλλά κυρίως τις αντιδράσεις των συμμαθητών μου με πόση αφοσίωση ρουφούσαν κάθε λέξη του κειμένου. Ηχούσαν στα αυτιά μου τα λόγια της Αντιγόνης και με πόσο θάρρος υπερασπιζόταν τους ηθικούς νόμους απέναντι στην εξουσία του Κρέοντα και στην αυταρχική απόκρισή του.
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Μα ξέρε πως τα πείσματα τα πιο σκληρά λυγίζουν, ακόμα ως κι αυτό τ’ ατσάλι που είναι ψημένο στη φωτιά μπορείς να το δεις να ραγίζει και να κόβεται στα δύο. Ξέρω πως και τα πιο άγρια άλογα μ’ ένα μικρό χαλινάρι μπορείς να τα δαμάσεις. Ποτέ δε μπορεί να σηκώνει κεφάλι εκείνος που είναι δούλος σε άλλους. Και το ήξερε καλά πως με περιφρονεί όταν τις διαταγές μου πήρε αψήφιστα.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Θες τίποτ’ άλλο, εκτός απ’ το να με σκοτώσεις;
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Τίποτ’ άλλο, πράγματι. Αν έχω αυτό, τα έχω όλα.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Τι κάθεσαι λοιπόν; Όπως τα δικά σου λόγια δε μου αρέσουν, ούτε και θα μ’ αρέσουν, έτσι και σένα τα δικά μου σ’ ενοχλούν. Δόξα δεν περίμενα λαμπρότερη απ’ το να θάψω τον αγαπημένο μου. Το ίδιο θα ‘λεγαν και όλοι τούτοι εδώ αν δεν τους βούλωνε το στόμα ο φόβος. Μα η τυραννία γι’ αυτό το λόγο επικρατεί, γιατί μπορεί να λέει και να κάνει ό,τι θελήσει.
Εκείνη την εποχή η δικτατορία των Συνταγματαρχών σκέπαζε τη χώρα και κάθε αντίθετη γνώμη είχε δυσμενείς επιπτώσεις, με εξορίες φυλακίσεις αποκλεισμούς, μέχρι να καμφθούν και οι τελευταίες αντιρρήσεις. Η Αντιγόνη είχε γίνει σύμβολο του αντιχουντικού αγώνα, όλοι οι νεολαίοι την είχαν για παράδειγμα ενάντια σε κάθε τυραννική συμπεριφορά και με κάποιο τρόπο την κουβαλούσαμε επάνω μας για χρόνια σα να μας συντρόφευε ικανοποιώντας τα επαναστατικά μας πρότυπα, αλλά και για ένα άλλον σημαντικό λόγο τον “Έρωτα”-όλοι είχαμε μάθει απ’ έξω τα λόγια του χορού.
ΧΟΡΟΣ
Έρωτα, ανίκητε σε κάθε μάχη, εσύ που κεντάς όποιον κι αν σημαδέψεις με τα βέλη σου. Έρωτα συ, που ξαγρυπνάς στα τρυφερά τα μάγουλα των κοριτσιών που δρασκελάς πάνω απ’ τις θάλασσες και χώνεσαι στους κήπους των σπιτιών, κανείς δεν γλιτώνει από σένα, ούτε θεός, ούτε κοινός θνητός, μα όποιον τον αγγίξεις, τον τρελαίνεις. Εσύ, τον άνθρωπο το φρόνιμο τον σπρώχνεις στ’ άδικο και στο χαμό, εσύ άναψες φιλονικία ανάμεσα σε γιό και σε πατέρα και τους τάραξες. Νικάει ο πόθος κι η λαχτάρα για την ωραία νύφη, σε πείσμα όλων των μεγάλων νόμων, που αμέριμνη η θεά Αφροδίτη τους εμπαίζει.
Τα μάγουλα των κοριτσιών γινόντουσαν κατακόκκινα και οι ατίθασοι και άγουροι έφηβοι έκρυβαν την ταραχή τους με άγαρμπες φιγούρες και χασκόγελα και όλων μας τα μάτια δάκρυζαν στο άκουσμα την Αντιγόνη να λέει “Τάφε, χτισμένο κάτω απ’ τη γη για πάντα σπίτι και κρεβάτι μου, έρχομαι τώρα να βρω τους νεκρούς μου, που η Περσεφόνη τους φιλοξενεί όλους μαζί κει κάτω. Και τώρα, τελευταία, πριν της ώρας μου έρχομαι κι εγώ, χειρότερ’ απ’ τους άλλους. Και τρέφω ελπίδα, γλυκιέ πατέρα μου κι εσένα αγαπημένη μάνα να σας βρω, όπως και σένα μυριάκριβε αδερφέ μου”.
Όλοι περιμέναμε τα λόγια του γέρου Τειρεσία για να ξεσπάσουμε σε ζητωκραυγές λες και ο Παναθηναϊκός είχε πάρει το Ευρωπαϊκό και ήταν πράγματι λυτρωτικό όταν στο τέλος η φιλόλογος διάβαζε την προφητεία του Τειρεσία για το τι θα συνέβαινε στο Κρέοντα!
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ
Κι εσύ να ξέρεις, ότι δε θα κάνει ο ήλιος ακόμα πολλούς κύκλους, και εσύ θα πληρώσεις το κρίμα αυτό μ’ ένα νεκρό απ’ τα σπλάχνα σου. Γιατί έστειλες μια ψυχή απ’ τους ζωντανούς στους κάτω, αφού την έχτισες σε τάφο, κι απ’ τους θεούς τους κάτω στέρησες νεκρό και τον κρατάς αστόλιστο και άταφο, ενώ δεν τον εξουσιάζεις, ούτε συ ούτ’ οι θεοί μας, μα εσύ τους αναγκάζεις. Επειδή οι Ερινύες του κάτω κόσμου παραμονεύουν για να σε κυνηγήσουν και να σε κάνουν να δοκιμάσεις τις ίδιες συμφορές.
Τότε ακούστηκε το κουδούνι του διαλείμματος, πετάχτηκα όρθιος και μόνο τότε κατάλαβα ότι με είχε πάρει ο ύπνος μπροστά στο κομπιούτερ βλέποντας τα νέα της ημέρας και όλο αυτό δεν ήταν παρά ένα όνειρο, η οθόνη είχε παραμείνει στα τελευταία νέα.
Διαβάζω, απαγορεύονται οι συγκεντρώσεις, λογοκρισία στα τραγούδια, αστυνομία στα πανεπιστήμια, φίμωση του τύπου, σκάνδαλα παντού, τα νοσοκομεία σε άθλια χάλια, οικονομική και κοινωνική κρίση, παιδεραστές, σεξουαλικές παρενοχλήσεις, βιασμοί, η Δημοκρατία σε δοκιμασία. Έχω μείνει άφωνος, έχουν περάσει πάνω από πενήντα χρόνια από τότε που η Αντιγόνη οδηγούσε την ηθική μας συμπεριφορά απέναντι στα κοινωνικά γεγονότα… τώρα τι; Τώρα ο καναπές γιατί, βλέπεις, Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΔΕ ΜΕΝΕΙ ΠΙΑ ΕΔΩ!










