Εικόνα τίτλου. Ένα κοριτσάκι-τσολιαδάκι, σε μιαν Ελλάδα δεκαετίας του 60
Από μέρες το παιδί ήταν άρρωστο, κορίτσι κοντά 8-9 χρονών. Αμυγδαλίτιδες συνέχεια, τότε ερχόταν πρωί-βράδυ η κυρά-Φλώρα για την ένεση, το αναθεματισμένο το αντιβιοτικό! Οι αμυγδαλές τεράστιες σαν σεληνιακό τοπίο, όλο βαθουλώματα και άσπρες κουκίδες, όταν αρρώσταινε. Τις έβλεπε στον καθρέφτη. Έκανε τη γλώσσα της ένα τεράστιο V να μη χρειάζεται πίεση με κουτάλι, δεν είχαν ξυλάκια τότε οι γιατροί. Είχε νοσηλευτεί και στα 5 πέντε της… θανατηφόρα παιδική επιδημία τότε… πανικόβλητοι όλοι οι γονείς!
Κανά δυο μέρες είχε πέσει ο πυρετός, ήταν και η παρέλαση αύριο, 25η Μαρτίου… «Θα πάω στην παρέλαση» είπε… «Όχι δε θα πας, μέχρι χθες έκανες ενέσεις», είπε ο πατέρας…. «Όχι θα πάω»….. είχε βγάλει και το μπλε σακάκι της, η κρεμάστρα στολισμένη πάνω στο πόμολο της ντουλάπας, το καμάρωνε.
Ήρθε στο μυαλό της πιτσιρίκας μια άλλη σκηνή, όταν προσπαθούσε στην πρώτη δημοτικού να γράψει το Ο του Όμικρον. Το χέρι της έγραφε από δεξιά προς τα αριστερά τον κύκλο. Ερχόταν ο πατέρας πάνω απ΄το κεφάλι της…. «Ανάποδα το γράφεις! Από αριστερά προς τα δεξιά ο κύκλος..»…. το είπε δυο τρεις φορές, αδύνατον να πάει το χέρι. Η μητέρα της είχε φέρει και ένα αβγό βραστό κομμένο στα τέσσερα, δίπλα της, σε λευκό πιατάκι φρούτου. Είχε μια φαρδιά μπλε ελεκτρίκ μπορντούρα γύρω–γύρω αυτό το πιατάκι, σαν πλατειά γραμμή της ελληνικής σημαίας, είχε κάτσει στεφάνι στα χείλη του. Είχε και κάτι σαν ανάγλυφο κυματισμό το σμάλτο, σαν να φύσαγε αέρας όταν δραπέτευσε η γραμμή απ΄τη «σημαία». Το ασπροκίτρινο αβγουλάκι, κομμένες 4 βαρκούλες, καθόταν στο λευκό κέντρο.

«Το μολύβι από αριστερά προς τα δεξιά, είπαμε, να γράφει το Ο…» το είπε κάνα δυο φορές ακόμα και με αυξημένα ντεσιμπέλ… τίποτα… το χέρι της ανάποδα βολευόταν. Αρπάζει τότε… ο πατέρας το πιατάκι, το εκσφενδονίζει μαζί με το αβγό στον απέναντι τοίχο… «Είπαμε ανάποδα το γράφεις….», τα ντεσιμπέλ στο θεό. Η μπλε μπορντούρα χόρευε πια στον αέρα, μαζί με το κίτρινο του αυγού σαν χρυσά κορδόνια ή φούντες σημαίας σε παρέλαση, τσακίστηκαν αντάμα στον απέναντι σοβά. Το χέρι της αυτόματα υπάκουσε και έγραψε το Ο σωστά. Ποτέ δεν ξαναρώτησε ο,τιδήποτε για τα μαθήματά της, όλα μόνη της πια… και μια χαρά!
«Θα γίνω μαγείρισσα» σκέφτηκε, να φτιάχνει πάλι το αβγό…. και έγινε!
Το χρώμα της μπλε μπορντούρας; Το κίτρινο του αβγού και η σπασμένη πορσελάνη; Μαζί, δίπλα-δίπλα με τον πατέρα, μαζί ζωγράφιζαν, σχεδίαζαν και έφτιαχναν κατασκευές…. της έδειχνε….
Και τώρα… η παρέλαση της 25ης Μαρτίου…. «Εγώ θα πάω στην παρέλαση, νάτο και το σακάκι, κρέμεται»….. «Είπαμε δε θα πας, οι αμυγδαλές σου, θα ιδρώσεις, θα ξανακυλήσεις….», με ανεβασμένα ντεσιμπέλ….. «Θα πάω, θα πάω..…»…….….«Θα πάς;»…. βουτάει το σακάκι από την κρεμάστρα, το πατάει με το πόδι του στο πάτωμα, αρπάζει με βία τα δυο μανίκια και τα τραβάει. Του έμειναν ξηλωμένα στα χέρια…. «Πήγαινε τώρα στην παρέλαση…» της έδειχνε τα ξεχαρβαλωμένα μανίκια στα χέρια του και το υπόλοιπο σακάκι κάτω από το παπούτσι του.
«Θα γίνω μοδίστρα» σκέφτηκε, κοιτάζοντας το διαλυμένο σακάκι.… και έγινε!
Της διάλυσε όμως ο πατέρας και το «ροζ συννεφάκι» παρελάσεων κλπ. κλπ…. την έντυνε και η γιαγιά της τσολιαδάκι, σιγά μην την έντυνε«Αμαλία»…. απαγγελίες με στόμφο πατριωτικών ποιημάτων….. αλλά…. για τους γονείς της, η ουσία ήταν πιο βαθειά από τα σύμβολα……Υγεία, Παιδεία…. το ένοιωθε!
Έτσι κι αλλιώς την πήγαν στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου τότε, σα θεατή…..της πήραν σημαιούλα….. την κέρασαν και γλυκιά παστούλα!
- Τραγούδι πατριωτικό και πένθιμο «Εμείς του 60 οι εκδρομείς» Διον. Σαββόπουλος «…εμείς το εμφυσήσαμε το νέφος που εντός του επωάστηκαν όλοι αυτοί…. σαν πετρωμένοι μέσα στο καθιστικό….»
- «Μαλαματένια λόγια» Γιάννης Μαρκόπουλος. Χαλκιάς, Γαργανουράκης, Τσανακλίδου… «….Καλύτερα να σ΄έλεγαν Μαρία και νάσουν ράφτρα μες την Κοκκινιά…»










