Doris Wille | Το σπασμένο πιάτο

Έχω σε ένα κουτάκι -μαζί με άλλα ευρήματα – το κομμάτι από ένα παλιό, σπασμένο πιάτο και το φυλάω προσεχτικά να μη χαθεί. Δεν ξέρω αν ήταν σωστό, δεν ξέρω γιατί έσκυψα και το μάζεψα σαν να ήταν ενθύμιο. Για να μου θυμίζει τί; Δεν είναι ένα σουβενίρ όπως τα άλλα, όμως κρατάει κι αυτό αναμνήσεις. Όταν το βλέπω, νοιώθω ντροπή, στεναχώρια αλλά και αγάπη και δεν μπορώ να το αποχωριστώ. Να το πετάξω αποκλείεται. Αλλά ούτε να το πάω πίσω. Θα είχε κάποιο νόημα αν τοποθετούσα  το θραύσμα πάλι εκεί στο χώμα;

Δεν γνωρίζω σε ποιον ανήκε. Ίσως στην οικογένεια του μικρού Κυριάκου. Αυτός, ηλικιωμένος πιά, θυμάται ακόμα χαμογελώντας τη μητέρα του, που κάθε πρωί τον έβαζε να κάθεται μαζί με τις τέσσερις αδελφές του στις ρίζες μιας πελώριας ελιάς μπροστά από το σπίτι τους. Εκεί που οι ακτίνες του ήλιου έφταναν λίγο πιο νωρίς και ζέσταιναν τα μικρά παιδιά, ενώ η μάνα τους πήγαινε να φέρει ξύλα για να ψήσει και αυτά την περίμεναν να γυρίσει.

Η ταμπέλα στο δρόμο γράφει «Παλιά Μουζακάτα» και δείχνει προς το καταστραμμένο, εγκαταλειμμένο χωριό. «Παλιά Μουζακάτα» – δεν υπάρχουν «Νέα». Ποτέ δεν χτίστηκαν ξανά και απέμειναν μόνο τα ερείπια.

Το αγροτικό του Κυριάκου μας πηγαίνει στο χωριό, κρυμμένο ψηλά στα βουνά μέσα στη συγκλονιστικά όμορφη φύση. Η θέα από εκεί,σε ένα τοπίο με όλες τις αποχρώσεις του πράσινου, έχει μια γοητεία που σχεδόν πονάει. Δύσκολα περνάει κανείς τον χωματόδρομο – όλο πέτρες και λακκούβες. Κάνουμε αρκετή ώρα, και μετά έρχεται η τελευταία στροφή.

«Μας συγκέντρωσαν σ΄ αυτή τη στροφή. Μόνο τα γυναικόπαιδα», λέει ο Κυριάκος. «Είχε γίνει μια προειδοποίηση. Οι άνδρες έφυγαν προς το δάσος πάνω στο βουνό. Μόνο λίγοι είχαν μείνει στα σπίτια τους. Μάλλον νόμιζαν ότι δε θα τους πειράξουν γιατί δεν είχαν κάνει τίποτα.»

Μου διηγείται πως μύριζαν τον καπνό από τη φωτιά που έφτανε στη στροφή, άκουγαν κρότους, μια έκρηξη από δυναμίτη, αλλά ήταν αδύνατον να διακρίνουν κάτι εκεί που τους είχαν στριμώξει. Υπήρχαν φρουροί, καμιά δεκαριά στρατιώτες. Δεν τους επέτρεπαν να τρέξουν να δουν τι συνέβαινε. Είχαν στήσει δυο πολυβόλα στραμμένα πάνω τους και τους κρατούσαν πίσω. Δυο τρεις ώρες αργότερα, είδαν την καταστροφή. Η έκρηξη είχε ανατινάξει την εκκλησιά, τα σπίτια καιγόταν ακόμα, δεν μπορούσαν να σώσουν κάτι, δεν έμεινε τίποτα. Μόνο τα χαλάσματα. «Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλονε και είμασταν απελπισμένοι. Έβλεπες μονάχα απελπισία», λέει ο Κυριάκος.

Αφήνουμε το αγροτικό δίπλα στο μνημείο. Τριάντα τρία σπίτια και μια εκκλησία μετρούσαν τα Μουζακάτα τότε.  Ερείπια γεμίζουν τώρα την πλαγιά. Ό,τι είχε μείνει, είναι όλο συντρίμμια, ένας σωρός από πέτρες. Μα ο Κυριάκος βλέπει κάτι άλλο. Τον ακολουθώ μέσα στα σοκάκια ανάμεσα στα ερείπια.

«Το χωριό μας άκμαζε τότε, ήταν εύπορο», λέει ο Κυριάκος. «Κάτω απ’ το χωριό είχαμε πολλά χωράφια και νερά. Και είχαμε παραγωγή, κεράσια, ροδάκινα, οπωρικά, απ’ όλα. Ο κόσμος ήταν αγρότες και ασχολιόταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Έδιναν όμως σημασία και στην εκπαίδευση των παιδιών τους. Όλοι είχανε τελειώσει αυτό το σχολαρχείο που λέμε, το ημιγυμνάσιο. Και είχαμε και μία γυναίκα εδώ στο χωριό που ήτανε φαρμακοποιός.»

Σταματάμε μπροστά σε υπολείμματα τεσσάρων τοίχων. Χωρίς τον Κυριάκο εδώ, δεν υπάρχει τίποτα να δω, τίποτα να καταλάβω. «Αυτό ήταν το σπίτι του Αστραπόγιαννου, του αρχηγού των ανταρτών. Ήταν και η αδελφή του η Διονυσία στην Αντίσταση. Το σπίτι ήταν το αρχηγείο.» Μετά προχωράμε προς το πατρικό του Κυριάκου, περνάμε δίπλα από τα σπασμένα κάγκελα του νεκροταφείου και φτάνουμε στο σημείο της τότε εκκλησίας. «Εδώ γίνανε συγκεντρώσεις της Εθνικής Αντίστασης και την ανατίναξαν γιατί βρήκαν πολλές καρέκλες μέσα και θεώρησαν ότι κάτι γινόταν εδώ πέρα», λέει ο Κυριάκος.

Το χωριό προδόθηκε. Στις 23 Απριλίου 1944, Γερμανοί στρατιώτες έκαψαν τα σπίτια, συνέλαβαν τρεις άνδρες και ένα αγόρι και τους εκτέλεσαν στο Αργοστόλι την 1η Μαΐου. Οι στρατιώτες ήταν της ίδιας γενιάς με τον πατέρα μου.

23 Απριλίου 1944. Η μέρα που έσπασε το πιάτο.

Ο Κυριάκος συνεχίζει το δρόμο του και φτάνει στο τελευταίο σπίτι στην άκρη του χωριού. Στο παλιό του πατρικό με την πελώρια ελιά. Εδώ έρχεται συχνά, κάθε εβδομάδα, νωρίς το πρωί. Εκείνη την ημέρα δεν είχε σουρουπώσει ακόμα όταν έτρεξε ένας νεαρός από το διπλανό χωριό, τα Ζερβάτα, για να ειδοποιήσει ότι έρχονται οι Γερμανοί…

Ο Κυριάκος πηγαίνει και κάθεται σε ένα σαθρό τοίχο, αφήνει το βλέμμα του να περιπλανηθεί μένοντας σιωπηλός. Το κάνει συχνά. Όπως και τώρα.

Αργότερα διάβασα σε ένα σημειωματάριο ενός συγχωριανού του, μερικές γραμμές που θα μπορούσαν να είναι σκέψεις του Κυριάκου μέσα σ’ αυτή τη σιωπή:

«Κάθε φορά που πάω στα Μουζακάτα θυμάμαι κάτι. Θυμάμαι το παρελθόν, θυμάμαι τους ανθρώπους, θυμάμαι τα πανηγύρια, θυμάμαι τους χορούς, θυμάμαι τους συνομήλικους, τους φίλους, τα τραγούδια, θυμάμαι τους γέρους με τα καλαμπούρια τους, θυμάμαι που το ονόμαζαν Παρισάκι και όλα αυτά χάθηκαν, μόνο η μνήμη έμεινε.»

Έχω ένα θραύσμα από ένα σπασμένο πιάτο και το φυλάω για να μην χαθεί. Δε γνωρίζω την οικογένεια που το είχε στο νοικοκυριό της και έχει χάσει το σπίτι της, το χωριό της και ίσως και έναν άνθρωπο δικό της. Δεν ξέρω ακριβώς γιατί έσκυψα και το μάζεψα. Όταν το βλέπω, νιώθω ντροπή. Με πονάει. Δεν μπορώ να το πετάξω, αλλά ούτε και να το επιστρέψω.

Και έτσι, το φυλάω πολύ προσεχτικά.

Doris Wille*

(Ευχαριστώ θερμά τον Κυριάκο Γρηγοράτο που με πήγε στο χωριό στις 12/11/2017 και την Αναστασία Γρηγοράτου που μου εμπιστέυτηκε το σημειωματάριο του πατέρα της, του Σπύρου Γρηγοράτου, αδελφού του Αστραπόγιαννου.)

  • * Η Doris Wille είναι Γερμανίδα μεταφράστρια λογοτεχνίας, που μεταφράζει κυρίως ελληνική λογοτεχνία στα γερμανικά, ζει στην Κεφαλονιά και έχει τιμηθεί για το έργο της και τη συμβολή της στη διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας στη Γερμανία.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ