Τα τελευταία χρόνια, ένα νέο μοντέλο αντικαπνιστικής πολιτικής έχει αρχίσει να εμφανίζεται διεθνώς, η λεγόμενη «γενεακή απαγόρευση». Πρόκειται για ρυθμίσεις που δεν απαγορεύουν συνολικά το κάπνισμα, αλλά στοχεύουν σε κάτι πιο ριζικό. Στο να δημιουργήσουν μια γενιά που δεν θα μπορέσει ποτέ νόμιμα να αγοράσει καπνό.
Η αρχή έγινε στις Μαλδίβες, οι οποίες το 2025 υιοθέτησαν ένα από τα πιο αυστηρά πλαίσια παγκοσμίως, απαγορεύοντας όχι μόνο την πώληση αλλά και τη χρήση καπνού για όσους γεννήθηκαν μετά από ένα συγκεκριμένο έτος. Ακολούθησε η Αγγλία με μια ηπιότερη εκδοχή νομοθετώντας την απαγόρευση πώλησης καπνικών προϊόντων σε όσους γεννήθηκαν μετά το 2008, χωρίς όμως να ποινικοποιείται η ίδια η πράξη του καπνίσματος.
Στον αντίποδα, η Νέα Ζηλανδία αποτέλεσε το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικής ασυνέχειας. Το 2022, εισήγαγε μια από τις πιο φιλόδοξες αντικαπνιστικές πολιτικές στον κόσμο, με στόχο μια «καπνιστικά ελεύθερη γενιά». Ωστόσο, μετά την αλλαγή κυβέρνησης το 2023, το μέτρο καταργήθηκε πριν προλάβει να εφαρμοστεί ουσιαστικά.
Τα παραπάνω δεν είναι απλώς διαφορετικές πολιτικές επιλογές, αντανακλούν βαθύτερες ιδεολογικές τομές.
Οι κυβερνήσεις που προχώρησαν σε τέτοιες ρυθμίσεις κινήθηκαν με σαφή προτεραιότητα τη δημόσια υγεία ως συλλογικό αγαθό, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει περιορισμούς στην ατομική επιλογή ή σύγκρουση με οικονομικά συμφέροντα.
Αντίθετα, εκείνες που ανέστρεψαν ή απέρριψαν αυτά τα μέτρα επικαλέστηκαν επιχειρήματα όπως η ατομική ελευθερία, οι οικονομικές επιπτώσεις και ο κίνδυνος ανάπτυξης παράνομων αγορών.
Είναι δελεαστικό να δει κανείς αυτή τη διάκριση ως μια καθαρή γραμμή ανάμεσα στην «πρόοδο» και τη «συντήρηση». Η πρώτη εμφανίζεται να επενδύει στην πρόληψη, στη δημόσια υγεία και στην προστασία των πιο ευάλωτων. Η δεύτερη φαίνεται να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομική σταθερότητα, στην ατομική ευθύνη και στην αποφυγή ριζικών αλλαγών.
Το παράδειγμα αυτό απαντά σε ένα επίκαιρο ερώτημα: έχουν άραγε ξεπεραστεί οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ αριστεράς και δεξιάς;
Η απάντηση φαίνεται να είναι αρνητική. Όχι μόνο δεν έχουν καταργηθεί, αλλά επανεμφανίζονται με νέα μορφή, ακόμη και σε ζητήματα όπως η δημόσια υγεία με τρόπο αναπόφευκτο.
Διότι οι πολιτικές αυτές στάσεις δεν είναι απλώς ιδεολογίες, είναι εκφράσεις ανθρώπινων τάσεων. Όπως ο ίδιος ο άνθρωπος εμπεριέχει αντιφάσεις, έτσι και τα πολιτικά ρεύματα. Όταν κυριαρχεί η ασφάλεια και η εμπιστοσύνη, αναδεικνύονται πιο «προοδευτικά» χαρακτηριστικά: διάθεση για αλλαγή, επένδυση στο μέλλον, συλλογική ευθύνη. Όταν, αντίθετα, κυριαρχεί η αβεβαιότητα ή ο φόβος, ενισχύονται πιο «συντηρητικά» αντανακλαστικά: επιφύλαξη, προστασία του υπάρχοντος, έμφαση στο άτομο.
Υπάρχει όμως και μια πιο άβολη διάσταση: τι γίνεται όταν η πρόοδος συγκρούεται με την πλειοψηφία;
Αν, για παράδειγμα, γινόταν ένα δημοψήφισμα στην Ελλάδα για μια καθολική απαγόρευση του καπνίσματος, το αποτέλεσμα θα ήταν αβέβαιο, ίσως και αρνητικό. Αυτό θέτει ένα θεμελιώδες δίλημμα: πρέπει οι κυβερνήσεις να ακολουθούν τη βούληση της πλειοψηφίας σε κάθε περίπτωση ή να παίρνουν αποφάσεις που θεωρούν σωστές, ακόμη και αν είναι αντιδημοφιλείς;
Η ιστορία δείχνει ότι πολλές από τις πολιτικές που σήμερα θεωρούνται αυτονόητες, από τους αντικαπνιστικούς νόμους μέχρι τη χρήση ζώνης ασφαλείας, αρχικά συνάντησαν έντονες αντιδράσεις. Κάποιες φορές, η πολιτική ηγεσία καλείται να συγκρουστεί με το κυρίαρχο ρεύμα, όχι από αλαζονεία, αλλά από την πεποίθηση ότι υπηρετεί το συλλογικό καλό. Κάποιες φορές η “έκθεση της μειοψηφίας” αποτελεί μία ανάγκη που η πλειοψηφία δεν έχει ακόμη αντιληφθεί ή ενστερνιστεί.
Συμπερασματικά ο άνθρωπος φέρει μέσα του και τις δύο δυνάμεις: αυτή να προχωρήσει και αυτή να κρατηθεί. Όταν κυριαρχεί ο φόβος, επιλέγει την ασφάλεια. Όταν κυριαρχεί η ελπίδα, επιλέγει την αλλαγή. Το ζήτημα είναι ποια από τις δύο αυτές δυνάμεις του ανθρώπου τον καθοδηγεί σε κάθε ιστορική στιγμή. Ίσως, τελικά, η πραγματική ευθύνη της πολιτικής να βρίσκεται όχι απλώς στο να ακολουθεί την κοινωνία, αλλά στο να την “τραβά”, έστω και για λίγο, προς την πλευρά του φωτός. Εκεί όπου ο άνθρωπος μπορεί να δει με ενάργεια ποιος πραγματικά είναι και, έτσι, να τολμά να γίνει κάτι περισσότερο από αυτό που ήδη είναι.
Γιάννης Βαρούχας










