Τρίτη 9 Αυγούστου 2022
26.8 C
Argostoli

kefaloniastatus@gmail.com

Εφημερεύοντα Φαρμακεία

spot_img

ΜΕΝΟΥ / ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

«Η αρραβωνιαστικιά από τη Μυτιλήνη»

Γράφει η Σοφία Αράβου - Παπαδάτου

Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν την άποψη των αρθρογράφων τους και όχι κατά ανάγκη του kefaloniastatus.gr

Εικόνα τίτλου: «Ο Σανοπώλης 1950-60, Σάμου & Κ. Βάρναλη  γωνία στο Περιστέρι», 2022 Α.Σ. ακρυλικό- συνειρμοί σε καμβά 0.30 χ 0.20 μ.

(Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, μικρές ανέκδοτες ιστορίες,  για τις αλησμόνητες πατρίδες…. Στη μνήμη εκείνων που δεν είχαν κακή κουβέντα για τους κατακτητές,  μόνο Νοσταλγία για τον τόπο τους)

Το ζευγάρι ήταν πολύ ερωτικό, δεν κρυβόταν, το έβλεπαν όλοι. Όπως έντονη όμως ήταν η σχέση τους, το ίδιο ήταν και οι καβγάδες. Σε κάθε τσακωμό,  εκείνη του το πέταγε «Να έπαιρνες τη Μυτιληνιά που σε αρραβώνιασε η μάνα σου, τι ήθελες εμένα;», «Τι να σου πω τώρα;» της απαντούσε εκείνος,  κι εκεί τελείωνε συνήθως ο καβγάς.

Το παιδί, κορίτσι, περίμενε κάθε φορά να ακούσει τη συνέχεια για τη Μυτιληνιά, αλλά κανείς δεν απαντούσε όταν ρώταγε, κάτι μισόλογα μόνο… «ναι ήταν αρραβωνιασμένος ο πατέρας σου, κάποτε, με μια κοπέλα, Αθηναία από τη Μυτιλήνη, την είχε βρει η μάνα του».

Πολύ αργότερα έμαθε. Η Λέσβος ήταν το πρώτο μέρος που βγήκαν οι Κωνσταντινοπολίτες παππούδες της, διωγμένοι το 22 από την Πόλη. Μετά περιπλανήθηκαν σε όλη την Ελλάδα για να καταλήξουν στην Αθήνα. Η μάνα είχε καταλάβει ότι χωρίς γη, χωρίς περιουσίες, εδώ  που βρέθηκαν, τα παιδιά της θα μάτωναν να ορθοποδήσουν. «Να σπουδάσουν και να βρουν ένα κομμάτι γης», έλεγε στον άντρα της συνέχεια! «Ησύχασε γυναίκα, φτάνει που ζούμε και όλα θα έρθουν  στην ώρα  τους»,  απαντούσε γαλήνιος  πάντα, εκείνος.

Για να μορφωθεί  ο γιός της, τον κουβάλαγε στην πλάτη , να πάει στο σχολείο, σ’ ένα χωριό της Μακεδονίας, κάπου κοντά στη Σιάτιστα,  που βρέθηκαν μετά. Διάβαινε ένα μικρό ποταμάκι με τα πόδια κάθε πρωί, το παιδί στην πλάτη αγκαλιά, να φτάσουν κάθε μέρα στο σχολείο του διπλανού χωριού, το δικό τους χωριό σχολείο δεν είχε!

Τα κατάφερε, τον σπούδασε όπως ήθελε και ονειρευόταν. Μεγαλώνοντας  του βρήκε και τη νύφη, μια Μυτιληνιά στην καταγωγή,  με περιουσία. « Αν δεν την πάρεις θα τραβιέσαι μια ζωή, είναι καλή κοπέλα, μορφωμένη,  καλή οικογένεια, έχουν και  τον τρόπο τους. Είμαστε πρόσφυγες, χωρίς κλήρους, χωρίς χωράφια και περιουσίες, θα ταλαιπωρηθείς», του έλεγε.

Αρραβωνιάστηκε ο γιος όπως ήθελε η μάνα, αλλά έβραζε μέσα του, που τίποτα δε διάλεγε μονάχος! Εκεί ήταν που τον βρήκε η «κεραμίδα» κατακέφαλα, όταν συνάντησε τυχαία μια μακρινή ξαδέλφη. Έρωτας σφοδρός, ακράτητος, δεν άκουγε κανέναν.  Διάλυσε τον αρραβώνα, έσπασε τη σχέση με τη μάνα, τρελός και παλαβός για τη μακρινή του συγγενή, κουβέντα δεν άκουγε! Τον ζάλισε η ανεξαρτησία της κοπέλας, κανείς  δεν της επέβαλε τίποτα, τον κορόιδευε στην αρχή και λίγο, που τον είχαν  «προγραμματισμένο».

Δεν ξαναπάτησε εκείνος στο πατρικό του σπίτι, ομηρικοί καβγάδες! «Ποια θες να πάρεις, μια που είναι σαν κι εμάς; Ξεριζωμένη  χωρίς γη και  κλήρο;», φώναζε συνέχεια η μάνα!

Παραμονές του γάμου, η μάνα του ούρλιαζε, λέει,  έξω από το σπίτι των μελλόνυμφων «Τον τύλιξες  με το παιδί που έχεις στην κοιλιά,  κομμάτια να σου βγει,   ξεπλάνεψες  το γιο   μου, το καμάρι μου, μάγια του κάνατε!». Νόμιζε ότι η νύφη ήταν έγκυος, γι΄αυτό  ο γάμος βιαστικά, θανάσιμη αμαρτία  τότε τα προγαμιαία!  Είχε άδικο, το ζευγάρι βιαζόταν από έρωτα, το πρώτο τους παιδί γεννήθηκε μετά 1,5  χρόνο!

Δεν πήγαν στο γάμο οι δικοί του, τα σόγια δε μίλησαν ποτέ στη ζωή τους κι ας ήταν συγγενείς από τον ίδιο τόπο! Μόνο το ζευγάρι, μετά καιρό, σαν βάρκα, πηγαινοερχόταν  ανάμεσα τους! Ούτε όταν, τις  χρυσές εποχές που ακολούθησαν,  η οικογένεια της νύφης έγινε πιο πλούσια από τη δική του, τους παράκουσε, διαγράφτηκε μέχρι στη διαθήκη!    Μετά σου λέει «Μανιάτικο», εκεί  να δεις! 

Και τώρα να του φωνάζει, να έπαιρνε τη Μυτιληνιά, εκείνος που για χάρη της τα διάλυσε όλα σε μια μέρα! Έφτανε όμως  μια αγκαλιά, ένα φιλί και όλα είχαν ξεχαστεί!  Όχι πως δεν ξαναγύριζαν οι κόντρες.  Η πειθαρχία που είχε μεγαλώσει εκείνος,  με τον δικό της αντικομφορμισμό και την ελευθερία, δεν «κούμπωναν» τελείως, ας τους ένωσαν αρχικά!

Την άλλη μέρα, την έπαιρνε τηλέφωνο από τη δουλειά, τηλέφωνα δεν υπήρχαν τότε στα σπίτια, μόνο σε κάποια μαγαζιά. Άκουγαν όλοι στη γειτονιά τον Σανοπώλη, να βγαίνει από το μαγαζί, ψηλά στο τέλειωμα του δρόμου και να φωνάζει το όνομά της  «…..έλα στο τηλέφωνο, σε παίρνει ο άντρας σου!». Κάθε μέρα αυτό!

Έτρεχε εκείνη από την κοντινή  αυλή με τις ασπροκόκκινες πλάκες,  έφτανε στην ανηφόρα, εκεί  ήταν το σανοπωλείο, δίπλα στο γκαράζ του δήμου τότε.  Αθήνα ναι,  αλλά υπήρχαν ακόμα κάρα και  ζώα στην πόλη που ήθελαν τροφή, κυρίως στα προάστια.

Του μίλαγε στο τηλέφωνο ψιθυριστά, το μάντευε η γειτονιά, χαμογελούσαν όλοι  στα κουτσομπολιά, με τα κρυφά γλυκόλογά τους!

Στον επόμενο καβγά, πάντα γι΄ ασήμαντα, θυμόνταν ξανά-μανά και τη Μυτιληνιά!

………………

Κι αν κάνω και καμιά ζημιά Τσιτσάνη μου… Η Σεράχ αγρυπνά…  Η γλυκιά Γκιουλμπαχάρ!  Βασίλης Τσιτσάνης – Μαρίκα Νίνου, classic εποχής!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

3,714ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,393ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
11ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
85ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

error: Το περιεχόμενο προστατεύεται