Θα σας πω εγώ τι έγινε με την κυβέρνηση και τον κορονοϊό και θα σας το εξηγήσω με απλό τρόπο, εύκολα κατανοητό. Ας πούμε ότι βρισκόμαστε στην Κεφαλονιά, για κάποιο υποθετικό δικό μας λόγο, λοιπόν, δεν θέλουμε να συναντήσουμε κάποιον, ξέρουμε σε ποιο μαγαζί πηγαίνει και αποφεύγουμε να πάμε εκεί. Ο καιρός, όμως, περάνει, οι φίλοι μας πάνε σε αυτό το μαγαζί, ώσπου στο τέλος λέμε, δε βαριέσαι, θα πάω και εγώ.
Το ίδιο στρατηγικό σχέδιο ακολούθησε και η χώρα, γιατί, όπως εμείς αλλάξαμε στάση στο υποθετικό μας σενάριο χωρίς να αλλάξουν οι συνθήκες, έτσι και αυτή. Μείναμε μέσα μήνες και περιμέναμε να φύγει ο υιός από ευθιξία. Σκεφτήκαμε, δεν μπορεί, αφού κάνουμε μούτρα θα το καταλάβει. Όχι, δεν δουλεύει έτσι, ούτε με τον υιό, ούτε με τους ανθρώπους(άσχετο!).
Αν θες κάτι να σταματήσει, πρέπει να κάνεις κάτι, μια προσπάθεια έστω. Αν θες, ας πούμε, να μην κινδυνεύουν οι γυναίκες στο δρόμο, στη δουλειά, στο μαγαζί που πίνουν ποτό, κάτι πρέπει να κάνεις. Όσο «περίεργο» και αν ακούγεται, το να κρίνεις τα κιλά τους, τα ρούχα τους, το αν μιλούν ή γελούν δυνατά, συμβάλλει στο να κινδυνεύουν. Γιατί; Γιατί βοηθάς να γίνονται αντιληπτές ως αντικείμενα και τα αντικείμενα δεν έχουν δικαιώματα.
Για να μην είμαστε άδικοι, βέβαια, σε λίγο δεν θα έχει δικαιώματα κανείς. Βγαίνουμε από το σπίτι, πάμε για καφέ και στέλνουμε μήνυμα. Το οποίο λήγει, στέλνουμε άλλο, σα να είμαστε στην εφηβεία και ενημερώνουμε την μανούλα να μην ανησυχεί. Σε κάποιους σαν και εμένα που έλεγαν κακίες, απάντησαν επίσημα χείλη ότι τα sms έχουν χαρακτήρα παιδαγωγικό. Εγώ θα συμφωνήσω, έχουν χαρακτήρα παιδαγωγικό, αν θες να φτιάξεις μια κοινωνία όπου ο έλεγχος συνοδευόμενος από την απειλή προστίμου θα είναι εφικτός ανά πάσα στιγμή. Ποιος, όμως, θα πίστευε κάτι τέτοιο για αυτούς τους άριστους ανθρώπους;






