Ήταν ο άνθρωπος που τόλμησε αυτό που μέχρι τότε έμοιαζε αδιανόητο: στις 3 Δεκεμβρίου 1967 πραγματοποίησε την πρώτη μεταμόσχευση καρδιάς από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ο Κρίστιαν Μπάρναρντ έγινε μέσα σε λίγες ώρες παγκόσμια διασημότητα, ενώ η ζωή του έξω από το χειρουργείο απέκτησε τη δική της μυθιστορηματική διάσταση.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 2001, ο Κρίστιαν Μπάρναρντ έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών. Ο διάσημος Νοτιοαφρικανός καρδιοχειρουργός είχε γράψει ιστορία δεκαετίες νωρίτερα, όταν στο νοσοκομείο Groote Schuur του Κέιπ Τάουν πραγματοποίησε μια επέμβαση που άλλαξε για πάντα την καρδιοχειρουργική.
Ο λήπτης ήταν ο 63χρονος Λούις Βασκάνσκι, ο οποίος έπασχε από σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια. Η καρδιά προήλθε από την 25χρονη Ντένις Ντάρβαλ, η οποία είχε υποστεί σοβαρή εγκεφαλική βλάβη σε τροχαίο και είχε κριθεί κλινικά νεκρή.
Η επέμβαση διήρκεσε περίπου εννέα ώρες και ολοκληρώθηκε με επιτυχία. Ο Βασκάνσκι ξύπνησε με μια νέα καρδιά και ο Μπάρναρντ έγινε παγκόσμιο όνομα.
Η δημοσιότητα ήταν πρωτοφανής. Μέσα σε λίγες ώρες, το νοσοκομείο είχε ενημερώσει ακόμη και τον πρωθυπουργό της Νότιας Αφρικής. Εφημερίδα προσφέρθηκε να πληρώσει 25.000 δολάρια για τα χειρουργικά γάντια που είχε πετάξει ο Μπάρναρντ μετά την επέμβαση.
Όμως η επιτυχία είχε ένα τραγικό τέλος.
Ο πρώτος ασθενής έζησε μόλις 18 ημέρες
Ο Βασκάνσκι πέθανε στις 21 Δεκεμβρίου 1967, μόλις 18 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση. Η κατάσταση της υγείας του είχε επιβαρυνθεί, μεταξύ άλλων, από τον τεράστιο αριθμό επισκεπτών και τις συνεχείς συνεντεύξεις που έδινε μετά την ιστορική επέμβαση.
Η καρδιά της Ντένις Ντάρβαλ ήταν, ειρωνικά, το τελευταίο όργανο που σταμάτησε να λειτουργεί.
Ο Μπάρναρντ όμως συνέχισε. Ο δεύτερος ασθενής του, ο συνταξιούχος οδοντίατρος Φίλιπ Μπλέμπεργκ, έζησε 19 μήνες μετά τη μεταμόσχευση. Οι επόμενοι ασθενείς του έζησαν από 20 μήνες έως και 23 χρόνια.
Το 1974 ο Μπάρναρντ επιχείρησε μια ακόμη πρωτοποριακή τεχνική, την αποκαλούμενη «δίδυμη καρδιά».
Στις 25 Νοεμβρίου 1974 τοποθέτησε την καρδιά ενός 14χρονου δότη δίπλα στην καρδιά του 58χρονου Ίβαν Τέιλορ, ώστε η δεύτερη καρδιά να λειτουργεί υποστηρικτικά στο άρρωστο όργανο. Ο ασθενής, ωστόσο, πέθανε περίπου τέσσερις μήνες αργότερα.
Η επιτυχία της πρώτης μεταμόσχευσης έκανε τον Μπάρναρντ διεθνή σταρ. Οι προσκλήσεις για συνεντεύξεις και δημόσιες εμφανίσεις έπεφταν βροχή, ενώ η προσωπική του ζωή άρχισε να απασχολεί εξίσου τα μέσα ενημέρωσης.
Παντρεύτηκε τρεις φορές και απέκτησε συνολικά έξι παιδιά. Στην αυτοβιογραφία του είχε αναφερθεί και σε σχέση του με την Ιταλίδα ηθοποιό Τζίνα Λολομπρίτζιντα, ενώ ήταν φίλος με προσωπικότητες όπως η Σοφία Λόρεν, η πριγκίπισσα Νταϊάνα και η Γκρέις Κέλι.
Η δημοσιότητα, ωστόσο, δεν έμεινε χωρίς συνέπειες στην καριέρα του. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 σταμάτησε να χειρουργεί λόγω ρευματοειδούς αρθρίτιδας, η οποία επηρέασε τα χέρια του, και το 1983 συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα, σε ηλικία 61 ετών.
Ο διάσημος καρδιοχειρουργός είχε ιδιαίτερη αγάπη για την Ελλάδα και το 1993 πολιτογραφήθηκε Έλληνας. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε εγκατασταθεί στην Αυστρία και περνούσε συχνά τα καλοκαίρια του στην Πάφο της Κύπρου.
Ο άνθρωπος που πέρασε τη ζωή του προσπαθώντας να χαρίσει περισσότερο χρόνο σε ασθενείς με βαριές καρδιοπάθειες πέθανε στις 2 Σεπτεμβρίου 2001.
Αρχικά αναφέρθηκε ότι ο θάνατός του οφειλόταν σε καρδιακή προσβολή. Η νεκροψία, ωστόσο, έδειξε ότι πέθανε από σοβαρή κρίση άσθματος.
Ο Κρίστιαν Μπάρναρντ γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1922 στο Beaufort West της Νότιας Αφρικής, σε οικογένεια Ολλανδών μεταναστών. Από ένα φτωχό περιβάλλον έφτασε στην κορυφή της ιατρικής και έγινε ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους χειρουργούς του 20ού αιώνα.
Λίγο πριν από τον θάνατό του, είχε πει στο περιοδικό Time:
«Το μεγαλύτερο ρίσκο στη ζωή είναι το να μην παίρνεις ρίσκο».
Μια φράση που, ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, περιγράφει τη ζωή του ανθρώπου που τόλμησε να μεταμοσχεύσει για πρώτη φορά μια ανθρώπινη καρδιά.
Εύα Αλιβιζάτου










