Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2021
15 C
Argostoli

kefaloniastatus@gmail.com

Εφημερεύοντα Φαρμακεία

spot_img

ΜΕΝΟΥ / ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Η Δέσπω | Αρετή Γραμμόζη Παπαδημάτου

Εικόνα άρθρου : Jerry Apostolatos

Ήταν η μέρα που η συννυφάδα της θα πήγαινε φαγητό και νερό στους άνδρες της οικογένειας που έβοσκαν το κοπάδια πάνω στο βουνό. Η Δέσπω έβαλε στον ντροβά, που τον είχε υφάνει μόνη της και το είχε στα προικιά της, μια αλλαξιά ρούχα για τον άνδρα της και μια πλάκα πράσινο σαπούνι. Έτσι της είχε παραγγείλει. Την επόμενη φορά να μου στείλεις και σαπούνι.

Ήταν νεόνυμφη. Ακόμη δεν είχε περάσει μήνας που ήρθε νύφη στο σπίτι των πεθερικών της. «Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή, που δέχθηκα αυτό το προξενιό» σκέφτηκε.

Ήταν η δεύτερη κατά σειρά αδελφή και από πίσω ακολουθούσαν άλλες τρεις. Αν και ο πατέρας της ένα πολύ καλός και ήσυχος άνθρωπος δεν την πίεσε, εκείνη σκεπτόμενη ότι έπρεπε να πάρουν σειρά και οι άλλες τρεις, δέχθηκε.

Είχαν την ατυχία να μεγαλώσουν ορφανές μια και η μάνα τους πέθανε στην τελευταία γέννα. Η μεγάλη αδελφή και εκείνη είχαν αναλάβει το μεγάλωμα των μικρότερων κοριτσιών και τη λάτρα του σπιτιού. Ο πατέρας τους, αν και χήρεψε πολύ νέος και μπορούσε να ξαναπαντρευτεί, δεν παντρεύτηκε και αφοσιώθηκε όσο μπορούσε και εκείνος στα κορίτσια του. Από ένα σημείο και μετά, όταν παντρεύτηκε η μεγάλη της αδελφή, εκείνη με τη βοήθεια της επόμενης ανέλαβε τα χρέη της νοικοκυράς του σπιτιού.

Όταν ήρθε λοιπόν το προξενιό από ένα κοντινό χωριό, δεν έφερε καμιά αντίρρηση. Εξ’ άλλου τον Θανάση εξ όψεως τον γνώριζε και της άρεσε. Τον είχε δει στο πανηγύρι του χωριού της. Ήταν ψηλός και όμορφος. Μέτρησε και το γεγονός ότι θα είχε πεθερά, θα είχε «μάνα» που τόσο της είχε λείψει!

Στην πορεία της ζωής της, όλο και πιο πολύ ένοιωθε την έλλειψη της μάνας, όπως τότε που μικρό κοριτσάκι, βλέποντας αίματα στα πόδια της και έχοντας φρικτό πονόκοιλο πήγε τρέχοντας με αναφιλητά στην μεγαλύτερη αδελφή της, φωνάζοντας:

  • Αδελφούλα μου, πεθαίνω…. Κάτι έχω, πονάει η κοιλιά μου και με πήραν τα αίματα.
    Η αδελφή της, άφησε τον αργαλειό σηκώθηκε πήγε μέχρι το γήκο, πήρε κάτι άσπρα πανιά που τα είχε διπλωμένα και τυλιγμένα σ’ ένα άσπρο πανί και της είπε σοβαρή και ήρεμη:
  • Δεν έπαθες τίποτε Δέσπω μου. Απλά μεγάλωσες! Έγινες γυναίκα πια!

    Και της εξήγησε μέσες άκρες και ψιθυριστά, ότι αυτό θα της συμβαίνει μια φορά το μήνα! Να προσέχει, να βάζει τα πανιά, να μην πηγαίνει εκκλησία εκείνες τις ημέρες γιατί είναι «αμαρτία μεγάλη να προσκυνάς τις εικόνες.» Και όσο μπορεί να φυλάγεται να μη το παίρνει είδηση κάποιος ότι έχει «τα ρούχα» της.

    Ανάγκη είχε και τη μάνα της και λίγες ημέρες πριν από το γάμο της, που ήρθε η μεγάλη αδελφή της για λίγες ημέρες στο πατρικό, να τη βοηθήσει στις ετοιμασίες του γάμου και για να τις πει και δυο λόγια για την πρώτη νύχτα.

    Στο έντρομο βλέμμα της Δέσπως όταν άκουσε τα της πρώτης νύχτας του γάμου, η αδελφή της, της είπε:
  • Δέσπω μου, έτσι γίνεται και δε πρέπει να φέρεις αντίρρηση. Θα κάνεις αυτό που θα σου ζητήσει ο άνδρας σου. Αυτό έκανε και η συγχωρεμένη η μάνα μας, αυτό και εγώ, αυτό όλες οι παντρεμένες γυναίκες. Από εδώ και πέρα ανήκεις σ’ εκείνον και στην οικογένειά του. Να είσαι σεβαστική στα πεθερικά σου. Εύχομαι να έχεις καλή ζωή και ο Θεός να σου χαρίσει απογόνους και έσκυψε και τη φίλησε τρυφερά.

    Της Δέσπως της ήρθε νταμπλάς!
  • Δε θέλω να παντρευτώ! ήταν η πρώτη αντίδρασή της.
  • Ούϊ! Τι κουβέντες είναι αυτές; Τώρα δε μπορείς να κάνεις πίσω! Για σκέψου τον πατέρα μας, με τι μούτρα θα κυκλοφορεί στο χωριό; Για σκέψου και τις αδελφές μας.

    Όσο ακόμη βαρούσαν τ’ όργανα στην αυλή για τον γάμο τους, οι νεόνυμφοι αποσύρθηκαν διακριτικά στο «κρεββάτι τους», που ήταν μια γωνιά του μεγάλου δωματίου, που έμεναν όλοι μαζί, που όμως ήταν κάπως οριοθετημένο με τον γήκο της και το μπαούλο της.

    Προσπάθησε να θυμηθεί τα όσα της είπε η αδελφή της. Ήταν όμως τόσο εξαντλημένη από τις τελευταίες ετοιμασίες από την ορθοστασία και τον χορό του γάμου που δεν μπορούσε να θυμηθεί, τί ακριβώς της είπε η αδελφή της.

    Αφέθηκε έρμαιο στα ανυπόμονα χέρια του Θανάση. Η Δέσπω ήταν και δεν ήταν. Νόμιζε ότι όλο αυτό ήταν ένα κακό όνειρο και ότι θα ξυπνήσει και θα βρεθεί στο σπίτι της, ανάμεσα στις αδελφές της, στα τραγούδια τους, στον αργαλειό και τα κεντήματα, καθισμένες στα σκαλιά της περιμένοντας να ακούσουν το σφύριγμα του τσοπάνη πατέρα τους και να τρέξουν να τον προϋπαντήσουν και να τον βοηθήσουν με τα ζωντανά.

    Δεν ήταν όνειρο όμως… και το συνειδητοποίησε όταν κάποια στιγμή ήρθε φουριόζα η πεθερά να παραλάβει το λάβαρο της παρθενιάς!

0-0-0-0

Μα που έχεις το νου σου; Σου κρένω! Δεν ακούς; και ένοιωσε το απότομο σκούντημα της πεθεράς της.
Η Δέσπω δαγκώθηκε! Και δε τόλμησε ν’ ανοίξει το στόμα της.

  • Θα πας εσύ σήμερα, στο βουνό. Θα πηγαίνετε με τη σειρά!
  • Μα δεν έχω ξαναπάει! Και δε ξέρω που είναι οι άντρες.
  • Μη σκοτίζεσαι! Θα σε πάει το μουλάρι. Άσε που θα σε δουν και εκείνοι και θα κατέβει ο Θανάσης να σε περιμένει.

    Μπροστά το μουλάρι φορτωμένο από την πεθερά με ό,τι πράγματα ήθελαν στο βουνό οι άντρες και πίσω εκείνη ακολουθούσε. Πήραν τον ανήφορο για το βουνό. Γύρισε το βλέμμα της κατά τα βουνά του χωριού της και την πήραν τα δάκρυα.

    Δεν είχαν ανηφορίσει αρκετά όταν σ’ ένα δένδρο είδε δεμένη την φοράδα των πεθερικών της. Πάνω στη σέλα ήταν ριγμένο το δικό της υφαντό με τα ωραία κατακόκκινα τριαντάφυλλα.

    Ξαφνικά βρέθηκε μπροστά της ο Θανάσης. Πήρε το μουλάρι και το έδεσε και εκείνο στο δένδρο. Την πήρε από το χέρι και την τράβηξε εκεί κοντά κάτω από μια γέφυρα σ’ ένα ξεροπόταμο.
  • Μη φοβάσαι! Έχουμε όλο τον χρόνο μπροστά μας. Σήμερα θέλω να σε χορτάσω! Θέλω να νοιώσεις την αγάπη μου. Σε ξεχώρισα ανάμεσα από τόσα κορίτσια στο πανηγύρι!
    Της ξέπλεξε την κοτσίδα της και άφησε ελεύθερα τα μαλλιά της, που έφταναν μέχρι κάτω στη μέση της.
  • Είσαι σαν νεράιδα, της είπε και την έπνιξε στα φιλιά.
    Η Δέσπω κάπως αφέθηκε. Τα ωραία λόγια, τα χάδια του και τα φιλιά του, την αναστάτωσαν. Της άρεσε και τον άφησε να την οδηγήσει στα μονοπάτια της ηδονής και της έκστασης.

    Όταν πια ο Θανάσης σταμάτησε να την φιλά και να της λέει γλυκόλογα, η Δέσπω σηκώθηκε έπλεξε γρήγορα τη κοτσίδα της και σουλούπωσε το φόρεμά της.
  • Ξέρεις εδώ πιο κάτω έχει μια πηγή. Πάμε να νιφτούμε λίγο. Μου έφερες το σαπούνι που σου παρήγγειλα;
  • Ναι, το έφερα.
  • Πάμε!
  • Την άλλη φορά που θα σε στείλει πάλι η μάνα, να έχεις και μια δική σου αλλαξιά ρούχα. Θα δεις είναι ωραία! Τοπίο μαγευτικό.

    Όσο τον έβλεπε μέσα στο νερό, γυμνό από τη μέση και επάνω, τόσο και ένοιωθε περηφάνια, χαρά, ικανοποίηση που αυτός ο άνδρας ήταν δικός της. Άρχισε να τον ερωτεύεται. Άχ και να την έστελνε τακτικά η πεθερά της πάνω στο βουνό! Τι ωραία θα ήταν!

    Ο γυρισμός στο σπίτι των πεθερικών της, ήταν πια διαφορετικός. Ένα πλατύ χαμόγελο ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της και δεν έπαψε να μουρμουρίζει διάφορους σκοπούς.
    Σοβάρεψε και χαμήλωσε το βλέμμα της – όπως όφειλαν οι γυναίκες, πόσο μάλλον οι νεόνυμφες – κοντά να φθάσει στο χωριό.
    Αργά λίγο πριν πάει για ύπνο και αφού είχε αποσώσει τις δουλειές της ημέρας που της αναλογούσαν, η πεθερά της την πήρε παράμερα και της είπε:
  • Επειδή θέλω να κάνω τα κουμάντα μου και να γεμίσει το σπιτικό μου εγγόνια, θέλω να μου πεις, πότε θα έρθουν «τα ρούχα» σου. Είσαστε δύο και πρέπει και οι δύο να γκαστρωθείτε!
    Την χαρά της ημέρας, τον έρωτα που άρχιζε να ανθίζει τον επισκίασαν τα λόγια της πεθεράς της. «Ούτε γίδες» να ήμασταν σκέφτηκε πικραμένη.

    Δεν χρειάστηκε να της δώσει αναφορά! Κάποια ημέρα φέραν τον λεβέντη της σκοτωμένο στο σπίτι. Κάποιες κτηματικές διαφορές με έναν χωριανό, κάποιο καρτέρι και ο Θανάσης την άφησε χήρα στα 23 της. Η Δέσπω κεραυνοβολήθηκε, έφθασε σε σημείο να μη θέλει τη ζωή της. Αρπάχτηκε όμως από τη ζωή, όταν συνειδητοποίησε ότι το σμίξιμο των κορμιών τους κάτω από τη γέφυρα, έδωσε καρπό που μεγάλωνε στα σπλάχνα της.

    Δεν είπε τίποτε στη πεθερά της και επειδή ήξερε ποια θα ήταν η μοίρα της εφεξής, μια υπηρέτρια των πεθερικών της, του κουνιάδου της και της μεγάλης συννυφάδας της, μια μέρα χωρίς να την πάρουν είδηση, τράβηξε κατά το σπίτι του πατέρα της.
  • Πατέρα ήρθα! Δε με κρατάει τίποτε πια, στο σπίτι των πεθερικών μου!
  • Καλώς ήρθες παιδί μου, της είπε ο πατέρας της και άνοιξε την αγκαλιά του. Το σκεφτόμουν και ήθελα να βρω τον τρόπο να σε πάρω, να γυρίσεις πίσω στο πατρικό σου.
  • Να μας πάρεις πατέρα, γιατί δεν είμαι μόνη μου. Έχω στα σπλάχνα μου και το εγγονάκι σου.

    Αρετή Γραμμόζη – Παπαδημάτου

    Σημ. Η Δέσπω τη δεκαετία του 60 όπως και τόσες άλλες γυναίκες, έφυγε σαν μετανάστρια στη Γερμανία. Τον πρώτο καιρό το γιό της, τον κράτησαν οι αδελφές της, μετά τον πήρε στη Γερμανία. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Αφοσιώθηκε στο γιο της. Παρ’ όλη την τραγική ιστορία της, πάντα τη θυμάμαι με το χαμόγελο στα χείλη, σπιρτόζα και ετοιμόλογη. Σε μια ερώτησή μου, «πως γινόταν καλέ θεία, όλοι μέσα σ’ ένα δωμάτιο, να κοιμόσαστε με τους άντρες σας» μου διηγήθηκε την ιστορία. Όπως ήταν αναμενόμενο τον πρώτο καιρό όταν μαθεύτηκε ότι ήταν έγκυος, είχε προβλήματα με τα πεθερικά της που διεκδικούσαν το παιδί, αλλά ο πατέρας της και οι αδελφές της στάθηκαν κέρβεροι και ήταν στο πλευρό της.
    Αρετή Γραμμόζη – Παπαδημάτου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

3,714ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,393ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
10ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
85ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

error: Το περιεχόμενο προστατεύεται