Το πηγάδι του Μπούσιου | Αρετή Γραμμόζη Παπαδημάτου

Κεφαλόβρυσο 1960 – φωτογραφία Βασιλική Κούρου

Δύο ήταν οι αλάνες που θυμάμαι να έπαιζα μικρή στο χωριό μου. Η μια αλάνα ήταν τα δένδρα του Τούλη (όλγκιερε αλ Τούλη – στα βλάχικα), όπου μαζευόμασταν και παίζαμε διάφορα ομαδικά παιχνίδια. Και βέβαια δεν ξεχωρίζαμε και δε διώχναμε τα παιδιά των ρομά (Αμάντζιε) που ερχόντουσαν και κατασκήνωναν στα δένδρα συνήθως το καλοκαίρι. Βλαχόπουλα και παιδάκια των ρομά, γινόμασταν μια παρέα και παίζαμε ξένοιαστα στη μεγάλη αλάνα και όποτε κουραζόμασταν καθόμασταν στην σκιά των μεγάλων δένδρων.

Η άλλη αλάνα ήταν κάτω στο ρέμα, από τον μαχαλά των Γραμμοζαίων. Εκεί που υπήρχε ένα πηγάδι, το λεγόμενο πηγάδι του Μπούσιου. Και σήμερα υπάρχει αλλά από τότε που έπαψε να χρησιμοποιείται, χάθηκε μέσα στα βάτα που ξεφύτρωσαν από παντού και έγινε το ρέμα λόγγος. Δύσκολη η πρόσεγγισή του, μου είπαν τελευταία όταν πήγα στο χωριό. Δεν πρόκειται να δεις τίποτε. Καλά – καλά δε φαίνεται και που είναι.

Εγώ όμως το φέρνω στη μνήμη μου, όπως ήταν τότε στη πρώτη δεκαετία της ζωής μου, στη δεκαετία που έζησα στο χωριό.

Πόσα παιδιά αλήθεια δε παίξαμε εκεί τριγύρω; Πολλά, πάρα πολλά παιδιά. Εξάλλου το χωριό μας τότε, έσφυζε από μικροπαίδια. Θα πρέπει να ήμασταν πάνω από διακόσια παιδιά στο σχολείο που εκείνη την εποχή ήταν εξατάξιο.

Αυτό το πηγάδι λοιπόν, ήταν πηγάδι ιδιωτικό και όχι κοινοτικό. Λίγες οικογένειες του ίδιου σογιού, πήγαιναν και έπαιρναν νερό. Ιδιοκτήτρια του πηγαδιού ήταν η γιαγιά μου και το πηγάδι, της το είχε ανοίξει και της το είχε δώσει σαν προίκα ο αδελφός της. Γι’ αυτό και φέρνει και το επίθετό του. Το πηγάδι του Μπούσιου. Για λόγους ασφαλείας το καπάκι ήταν κλειδωμένο. Και κάθε συγγενική οικογένεια που ερχόταν να γεμίσει τη βαρέλα της, έφερνε και το κλειδί να ξεκλειδώσει. Πρόλαβα και εγώ το γέμισμα των βαρελών, όχι για πολύ, γιατί σύντομα στα τέλη της δεκαετίας του 50, υδροδοτήθηκε το χωριό μας. Σ’ αυτήν λοιπόν τη περιοχή, μαζευόμασταν πολλά παιδιά αγόρια και κορίτσια και παίζαμε. Θυμάμαι πως μια φορά βρήκαμε το πηγάδι ανοικτό. Δεν ήταν κλειδωμένο. Ή ξέχασαν να το κλειδώσουν ή επειδή πηγαινοερχόντουσαν για νερό, το άφησαν για λίγο ανοιχτό. Το κακό βέβαια σε κλάσματα δευτερολέπτου γίνεται.

Ευτυχώς που πάνω στα παιχνίδια μας δεν έγινε κανένα κακό να πέσει κανένα παιδί στο πηγάδι.
Πόσο σκληρά είναι τα παιδιά και τι άγρια ένστικτα έχουν!

Θυμάμαι λοιπόν εκείνη την ημέρα ένα αγόρι, που είχε αρπάξει μια γάτα και αφού την ταλαιπώρησε κάμποσο χώνοντάς την, ζωντανή μέσα στο χώμα, κάποια στιγμή την έβγαλε και ζωντανή με το στόμα της γεμάτο χώμα και μικρές πετρούλες, την πέταξε μέσα στο πηγάδι. Το αγόρι ήταν και λίγο νταής και όταν είδε εμάς τα μικρά κορίτσια να έχουμε βάλει τα κλάματα, μας φοβέρισε ότι αν πούμε τίποτε, θα μας ρίξει και εμάς στο πηγάδι. Πού να τολμήσουμε να πούμε τίποτε στις μανάδες μας! Δε θυμάμαι εάν τότε που έγινε το συμβάν έγινε πριν από την υδροδότηση και οι γυναίκες του σογιού μας εξακολουθούσαν και έπαιρναν ακόμη νερό για τις δουλειές τους στη λάτρα του σπιτιού ή το χρησιμοποιούσαν μόνο για το πότισμα των κήπων εκεί κοντά στο πηγάδι. Πάντως σίγουρα, δεν έπαιρναν πάντα καθαρό νερό. Σε κάθε ευκαιρία όλο και κάτι θα έριχναν τα παιδιά μέσα. Ακόμη και την ώρα που τραβούσαν νερό, εύρισκαν ευκαιρία κάποια παιδιά και έριχναν πέτρες μέσα για να ακούνε τον χαρακτηριστικό ήχο που κάνει όταν πέφτει στο νερό. Το είχα κάνει και εγώ μια φορά και η γιαγιά μου, βούτηξε μια τσουκνίδα από δίπλα και με περιποιήθηκε κατάλληλα.

Σ’ αυτή την αλάνα λοιπόν, με τις σφεντόνες τους, τα αγόρια δεν άφηναν πουλί για πουλί στα γύρω βάτα και δένδρα και μετά αφού τα ξεπουπουλιάζαμε, μερικές φορές βάζαμε και φωτιά εκεί στην αλάνα και τα ψήναμε.

Μια φορά είχαμε δει το ίδιο το αγόρι, το ζωηρό, τώρα δε θυμάμαι ούτε το όνομά του, να έχει βάλει πάνω στη φωτιά ένα γκαζοτενεκέ και να έχει μέσα δύο χελώνες και να τις βράζει.

Ρώτησα ένα αγόρι, «γιατί το κάνει αυτό; θα φάει τις χελώνες»; «Όχι, για να πάρει τα καβούκια τους» μου απαντά.

Αυτό το πεδίο δράσης των παιδικών μας χρόνων, σήμερα έγινε δάσος.

«Και κόσα να πάρεις, ο χώρος δεν καθαρίζεται» μου είπε πέρυσι μια ξαδέλφη που τη ρώτησα, εάν μπορούμε να πάμε.

«Θυμάσαι τί παιχνίδι κάναμε», τη ρώτησα;

«Αν θυμάμαι; ποιος ξεχνάει τις αλάνες μας; ποιος ξεχνάει το κρυφτό μας, και όλων των ειδών τα παιχνίδια μας, ποιος ξεχνάει τα δύσκολα και φτωχικά χρόνια μας; Ποιος ξεχνάει το ψημένο στα κάρβουνα πουλάκι που τρώγαμε και μας φαινόταν πεντανόστιμο έστω και εάν ήταν ανάλατο».

Πόσο θα ήθελα να ζήσω έστω και μια ημέρα εκείνης της εποχής, πόσο θα ήθελα να σήκωνε η γιαγιά μου το καπάκι και κρυφά να πέταγα μια μέτρα, έστω και ένα ήξερα ότι θα μου έρθει το κατακέφαλο. Πόσο θα ήθελα να με έπαιρνε ακόμη μια φορά για να δω τις ψυχές που γύριζαν στον Άδη. Το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής, όλες οι γυναίκες του σογιού μας, πήγαιναν στο πηγάδι και κοίταζαν τις ψυχές που γύριζαν και πάλι στον Άδη. Βέβαια τίποτε δεν έβλεπα παρά το σκοτεινό νερό στο βάθος του πηγαδιού. Αλλά εκείνες ίσως να έβλεπαν, αυτούς που ήθελαν να δουν ή μάλλον νόμιζαν ότι τους έβλεπαν.

Αχ! ωραία αγνά παιδικά χρόνια. Χρόνια που τα ζήσαμε και παίξαμε όλων των ειδών τα παιχνίδια, που τα ζήσαμε μέσα στη φύση, που νοιώσαμε όλες τις μυρωδιές των λουλουδιών, που γευτήκαμε όλα τα είδη των καρπών πάνω από τα δένδρα, των κηπευτικών που βρίσκαμε στο διάβα μας και απλώναμε το χέρι μας, να κόψουμε μια ντομάτα, ένα αγγούρι, να ξεριζώσουμε ένα κρεμμύδι.

Χρόνια ανέμελα και ευτυχισμένα για εμάς τα παιδιά. Χρόνια δύσκολα και ταλαιπωρίας για τους μεγάλους.

Αρετή Γραμμόζη Παπαδημάτου

Σημ. Οι θύμησες προέκυψαν από μια φωτογραφία του χωριού μου (Κεφαλόβρυσο 1960 – φωτογραφία Βασιλική Κούρου), που φαίνεται η πρώτη αλάνα με τα δύο μεγάλα δένδρα αριστερά. Σήμερα δεν υπάρχει ο χώρος αυτός και ούτε τα δένδρα. Και δεξιά δίπλα από τον λόφο φαίνεται το καταπράσινο ρέμα που υπήρχε το πηγάδι και ήταν άλλο ένα πεδίο δράσης των παιδιών της εποχής μου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ