Γιάννης Βαρούχας: Το χελιδόνι που πέταξε απευθείας στις καρδιές μας

Το «Χελιδόνι» του Γκιλιέμ Κλούα είναι ένα έργο που απαιτεί λεπτότητα. Αγγίζει τραύματα βαθιά ανθρώπινα και κινδυνεύει εύκολα είτε να γίνει μελοδραματικό είτε να χαθεί μέσα στην ψυχολογική του φόρτιση. Η παράσταση που παρακολούθησα στο Δημοτικό Θέατρο Αργοστολίου «Ο Κέφαλος» το βράδυ της Κυριακής, κατάφερε να αποφύγει και τις δύο παγίδες.

Πριν ακόμη ανοίξει η αυλαία, ο ήχος μάς άρπαξε απαλά από την καθημερινότητα και μας οδήγησε στον κόσμο του «Χελιδονιού». Μερικές μόνο νότες ήταν αρκετές για να τραβήξουν την προσοχή μας και να μας προετοιμάσουν για το ταξίδι που θα ακολουθούσε. Όταν η αυλαία άνοιξε, αντικρίσαμε μια γυναίκα καθισμένη στο πιάνο, τη Μαρία Τσιμά ως Αμέλια, και απέναντί της, σχεδόν ταπεινά, έναν άνδρα που προσπαθούσε να μάθει φωνητική, τον Κυριάκο Μαρκάτο ως Ραμόν.

Το μάθημα δεν ξεκίνησε καλά. Ο Ραμόν φαλτσάριζε, ενώ η Αμέλια έδειχνε να διαθέτει ελάχιστα αποθέματα υπομονής. Σχεδόν αμέσως θέλησε να τον παραπέμψει αλλού, καθώς ο μαθητής έμοιαζε ανεπίδεκτος μαθήσεως. Εκείνος όμως αποδείχθηκε πεισματάρης, όπως αργότερα θα μαθαίναμε ότι ήταν και ο Ντάνι, ο γιος της. Παρά τις προσπάθειές του, η Αμέλια συνέχιζε να τον απορρίπτει, μέχρι τη στιγμή που ο Ραμόν άγγιξε την αχίλλειο πτέρνα της.

Μίλησε για την απώλεια. Επικαλέστηκε τον θάνατο της μητέρας του και την επιθυμία του να μάθει ένα τραγούδι για το μνημόσυνό της. Κάτι τότε ράγισε. Η αυστηρότητα της Αμέλιας υποχώρησε, ο ψυχισμός της ξεκλείδωσε και από εκείνο το σημείο ξεκίνησε ένας παράξενος χορός ανάμεσα στους δύο ήρωες. Ένας χορός που άλλοτε τους έφερνε κοντά και άλλοτε τους απομάκρυνε, που άλλοτε υψωνόταν προς το φως και άλλοτε κατέβαινε στα τάρταρα της οδύνης, αλλά πάντοτε παρέμενε ένας χορός για δύο.

Σύντομα αποκαλύφθηκε πως ο Ραμόν δεν ήταν ο αδέξιος μαθητής που φαινομενικά χτύπησε την πόρτα μιας δασκάλας φωνητικής. Δεν είχε έρθει για μαθήματα τραγουδιού αλλά για κάτι πολύ βαθύτερο, για μαθήματα ζωής. Μαθήματα που δε δίνονται μονόπλευρα. Δίνονται εκατέρωθεν, καθώς οι δύο ήρωες αναγκάζονται να αντικρίσουν όχι μόνο ο ένας τον άλλον αλλά και τον ίδιο τους τον εαυτό.

Είναι παράξενο πράγμα ο ανθρώπινος πόνος. Ακόμη πιο παράξενο το πώς δύο άνθρωποι μπορούν να συνδεθούν όταν το μοναδικό κοινό τους σημείο είναι η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Ο Ραμόν και η Αμέλια δεν είχαν τίποτε άλλο κοινό πέρα από τον Ντάνι. Τον θρηνούσαν διαφορετικά, τον αγαπούσαν διαφορετικά, τον έφεραν μέσα τους διαφορετικά, αλλά, αυτό ακριβώς ήταν που τους έφερνε κοντά. Ο καθένας κρατούσε μέσα του ένα κομμάτι του Ντάνι που ο άλλος δεν είχε γνωρίσει ποτέ και αναζητούσε μέσα στον συνομιλητή του ένα χαμένο θραύσμα ενός ανθρώπου που δεν θα επέστρεφε ποτέ. Πάνω σε αυτή την αγωνιώδη προσπάθεια γεννήθηκαν οι συγκρούσεις, αλλά και η βαθιά ανάγκη τους να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον.

Μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της παράστασης ήταν η αποκάλυψη της συλλογής φωτογραφιών του Ντάνι από την Αμέλια. Εκεί η υποβλητική μουσική του Αντώνη Παπανικολάτου λειτούργησε σαν ένας αόρατος πρωταγωνιστής. Όχι ως συνοδεία της δράσης αλλά ως οργανικό κομμάτι της. Φεύγοντας από το θέατρο αισθανθήκαμε πως δεν θα μπορούσαμε πλέον να σκεφτούμε αυτό το έργο χωρίς τη μουσική του Αντώνη.

Η Αμέλια είχε επιλέξει να πιστεύει πως ο θάνατος του γιου της ήταν ένα ατύχημα. Ίσως γιατί πολλές φορές, για να επιβιώσουμε, επινοούμε βολικά ψέματα για εκείνους που αγαπάμε. Ψέματα που μας προστατεύουν προσωρινά αλλά μας απομακρύνουν από τη λύτρωση και τη συμφιλίωση.

Ο Ραμόν όμως δεν βρισκόταν εκεί για να συντηρήσει το ψέμα. Βρισκόταν εκεί για να την πονέσει με τη δική του αλήθεια, όπως κι εκείνη τον πλήγωσε με τη δική της. Μέσα σε αυτή τη σκληρή ανταλλαγή αληθειών γεννήθηκε μία από τις πιο δυνατές συγκινήσεις της παράστασης. Γιατί η αλήθεια μοιάζει συχνά με ένα σχοινί που δύο άνθρωποι τραβούν από διαφορετικές πλευρές. Ο καθένας κρατά το δικό του κομμάτι και δυσκολεύεται να δει αυτό που κρατά ο άλλος. Το έργο όμως κατάφερε να μας δείξει όχι μόνο την αλήθεια του καθενός αλλά και τον πόνο που τη συνοδεύει. Τον πόνο που, όπως ειπώθηκε, είναι αυτός που μας κάνει ανθρώπους.

Αυτό που ίσως με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν ο τρόπος με τον οποίο αναδείχθηκε η ανθρώπινη διάσταση των ηρώων. Δεν είδα σύμβολα ούτε φορείς ιδεών. Είδα ανθρώπους που παλεύουν με την απώλεια, την ενοχή, τη μνήμη και την ανάγκη να συνεχίσουν να ζουν.

Οι περιγραφές της τρομοκρατικής επίθεσης ήταν συγκλονιστικές. Ένα αδιανόητο μακελειό γεννημένο από μια ιδεοληψία, από τον φόβο του διαφορετικού, από το μίσος προς το άγνωστο, από την εμμονή του δόγματος αλλά και από κάτι πιο ύπουλο και καθημερινό, την κοινωνική προκατάληψη. Εκείνες τις μικρές πράξεις απόρριψης που συμβαίνουν στην τράπεζα, στο μετρό, στο ταξί, στον δρόμο. Πράξεις σχεδόν αόρατες, που δεν τιμωρούνται και περνούν κάτω από το ραντάρ, αλλά λειτουργούν σαν εκκολαπτήριο βίας και που κάποτε, αλίμονο, δίνουν αποτελέσματα.

Το θέατρο όμως δεν είναι μόνο αποκάλυψη, είναι και λύτρωση που εδώ ήρθε μέσα από ένα γράμμα. Ένα γράμμα με τεράστιο βάρος, που η Αμέλια φοβόταν να αντικρίσει γιατί βαθιά μέσα της γνώριζε το λάθος της. Γνώριζε πως δεν είχε καταφέρει να αποδεχτεί το παιδί της όπως πραγματικά ήταν και τώρα που εκείνος είχε φύγει από τη ζωή, τίποτε δεν μπορούσε να αλλάξει το παρελθόν.

Πίστευε πως είχε χάσει οριστικά την ευκαιρία να του πει το πιο απλό και συνάμα το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο: «Σε αγαπώ όπως είσαι». Περίμενε να συναντήσει την απόρριψη, το μίσος, την καταδίκη. Όμως το γράμμα δεν περιείχε τίποτε από αυτά. Περιείχε αγάπη. Εκείνη την αγάπη χωρίς την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να αναπνεύσει. Την αγάπη της αποδοχής, της κατανόησης και της συγχώρεσης.

Γιατί η ανάγκη να αγαπάμε την οικογένειά μας δεν χάνεται ποτέ. Μεταμορφώνεται, μεταφέρεται, αναζητά νέες διαδρομές. Όπως το νερό που βρίσκει πάντα έναν τρόπο να κυλήσει, όσο κι αν προσπαθείς να του φράξεις τον δρόμο.

Λίγο πριν πέσει η αυλαία, ο Ραμόν και η Αμέλια αφήνονται στις εικόνες του Ντάνι. Κάθε ένας ταξιδεύει στους δικούς του προορισμούς. Πιάνονται από το χέρι και ακούν το «Χελιδόνι», το τραγούδι που τους ενώνει μέσα από την απουσία του ανθρώπου που αγάπησαν. Ίσως αύριο να μην ξανασυναντηθούν ποτέ. Ίσως οι ζωές τους να συνεχίσουν σε εντελώς διαφορετικές τροχιές. Υπάρχει όμως κάτι που δεν θα αλλάξει ποτέ. Ο Ντάνι δε θα επιστρέψει. Το δικό του φως έσβησε οριστικά από μια σφαίρα που κατασκεύασε ένας άνθρωπος για να σκοτώσει έναν άλλο άνθρωπο.

Η συμφιλίωση όμως συνέβη. Η μητέρα αποδέχθηκε, έστω και αργά, τον γιο της και ο Ραμόν βρήκε την παρηγοριά και την κατανόηση που αναζητούσε από τον άνθρωπο που έφερε στη ζωή τον αγαπημένο του. Η μεγάλη δύναμη αυτού του έργου ήταν ότι όχι μόνο μιλά για την απώλεια, αλλά στο μιλά και για την αποδοχή, τη συγχώρεση και την ανάγκη να δούμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια του άλλου, ακόμη κι όταν διαφωνούμε μαζί του, ακόμη κι όταν πονάμε εξαιτίας του.

Θερμά συγχαρητήρια στον Κυριάκο Μαρκάτο και στη Μαρία Τσιμά για δύο ερμηνείες που δεν υπηρέτησαν απλώς τους ρόλους τους, αλλά τους κατέκτησαν ολοκληρωτικά. Θερμές ευχαριστίες στον Αντώνη Παπανικολάτο για τη μουσική του, που έγινε η αόρατη ψυχή της παράστασης, και στη Μαρία Κουρή, χωρίς την οποία τίποτε από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί.

Όταν τελικά έπεσε η αυλαία, δεν έμεινε μέσα μας μόνο η θλίψη για όσα χάθηκαν. Έμεινε και μια αίσθηση γαλήνης. Σαν εκείνη που αφήνει ένα χελιδόνι όταν περνά ξαφνικά από μπροστά σου και χάνεται στον ορίζοντα. Δεν μπορείς να το κρατήσεις. Δεν μπορείς να το ακολουθήσεις. Ξέρεις όμως ότι πέρασε από τη ζωή σου και την έκανε, έστω για λίγο, ομορφότερη. Έτσι πέρασε και το δικό τους Χελιδόνι από τις καρδιές μας. Γι’ αυτό τους ευχαριστούμε.

Γιάννης Βαρούχας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ