Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020
16.1 C
Argostoli

kefaloniastatus@gmail.com

Εφημερεύοντα Φαρμακεία

Οι ξεχασμένοι απ’ το Θεό κι απ’ τους ανθρώπους.

Γράφει ο Πατέρας Ξενοφώντας Ζαρκάδας

Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν την άποψη των αρθρογράφων τους και όχι κατά ανάγκη του kefaloniastatus.gr

Ξημέρωσε η 28 Οκτωβρίου. Βροχερή μέρα. Έκλαιγε και ο καιρός θαρρείς στην ανάμνηση της νεότητας που χάθηκε, κιμάς στη μηχανή του πολέμου.

Θεία Λειτουργία στις Κεραμειές – της Παναγίας Σκέπης σήμερα –  δοξολογία, τέσσερα παιδιά με το λάβαρο όλα κι όλα και άλλοι τόσοι επίσημοι  αλλά επίσης κι αυτοί που δε χάνουν λειτουργία στο χωριό. Ολοι; Όχι, έλειπε η Κυρά Κάτε.
-Αχου η ψημένη, κόντεψε να καεί μου είπε η επιτρόπισα.  Γέρασε πολύ η καημένη…

Φεύγοντας  πήρα λίγο αντίδωρο να της πάω και πέρασα απ’ το φτωχικό της.
-Παπά μου!!! Παπά μου!!!
Με υποδέχτηκε με αυτήν τη χαρά που πρέπει να τη ζήσεις για να την καταλάβεις. Έχει μέσα τη λαχτάρα της μάνας, το άδολο χαμόγελο του παιδιού, την αφοσίωση του μαθητή, την προσμονή της αγαπημένης… Με έβαλε να καθίσω στην πολυθρόνα της, έφερε κούτσα-κούτσα ένα κερασματάκι (αλήθεια , πως σε κάθε τέτοιο φτωχικό εμφανίζεται το πιο νόστιμο κερασματάκι, είναι ένα μυστήριο…) και άρχισε να μου λέει τον πόνο της.

Χείμαρρος η κυρά Κατε. Σκεφτόταν πλέον να πάει στο Γηροκομείο, παιδιά δεν είχε, μόνο τις γάτες της, αλλά… φοβόταν. Φοβόταν ότι εκεί που θα πάει, τώρα με τον Κορωνοϊο θα την ξεχνούσαν «Θεοί και άνθρωποι»
– Καλή μου, ο Θεός δεν ξεχνά της είπα με την υπεροπτική σιγουριά του Ιερέα.
– Τι λες παπά μου, κι όλοι αυτοί οι γερόντοι σαν και με που μπαίνουν μέσα και δεν τους ξαναβλέπουν ούτε τα παιδιά τους; Κι άντε να τους εξηγήσεις ότι απαγορεύεται το επισκεπτήριο. Κι άμα είναι και καμμιά θρήσκα όπως εγώ, όχι τα παιδιά , αλλά ούτε ο παπάς. Αλήθεια, αν πάω στο γηροκομείο, θα μπορέσεις να ‘ρθεις να με δείς, να με κοινωνήσεις, να μου φέρεις αντίδωρο έστω, εεε;

Γράφω, καλύτερα …πληκτρολογώ… Η ζωή μας ένα ENTER κι ένα DELETE. Αυτό είμαστε. Και το ενδιάμεσο, ένα αρχείο ολάκερο από αναμνήσεις, εμπειρίες, χαρές, λύπες, έρωτες, λάθη, αγώνες, προσμονές, ανθρώπους, τόπους … Έρχεται η στιγμή που ανήμποροι πια έχουμε μια προσμονή μόνο. Το θάνατο. Και για τον Χριστιανό η προσμονή είναι τα παρακάτω λόγια του Ιερέα στα πληρωτικά.

«Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν απολογία την επί του φοβερού βήματος του Χριστού αιτησώμεθα»

Ζούμε την απάνθρωπη εποχή του κορωνοϊού, ενός κακού που δεν μπορεί να το δει γυμνό μάτι αλλά που μας έκανε ακοινώνητους, μισάνθρωπους, εριστικούς, φοβισμένους. Μας δίχασε. Υπέρμαχοι της μάσκας και πολέμιοι αυτής. Ευσυνείδητοι κι Ασυνείδητοι. Μας έμαθε ότι στο όνομα της ζωής πρέπει να θυσιάσεις την ανθρωπιά, το άγγιγμα, την αγκαλιά, την επίσκεψη στο γηροκομείο, στο νοσοκομείο… Μας έμαθε ότι όπως ερχόμαστε μόνοι μας σε αυτή την ζωή, έτσι φεύγουμε. Μόνοι… κι ενίοτε… ακοινώνητοι….

Αλήθεια, όσοι δικαίως φοβόμαστε για την υγεία και τη ζωή μας έχουμε σκεφτεί ότι υπάρχουν τόσοι και τόσοι άνθρωποι που φοβούνται για την ψυχή τους; Άνθρωποι που τώρα αισθάνονται ξεχασμένοι κι απ’ τον ίδιο τον Θεό. Άνθρωποι που προσμένουν εναγωνίως να ενωθούν με το Θεό, να κάνουν «κοινωνία» με το Θεό πριν φύγουν; Και το ζητάνε εναγωνίως. Στα παιδιά τους… στη νοσοκόμα… Πόσοι έχουν πεθάνει; Πόσοι θα πεθάνουν; Κι όταν μπουν στο θάλαμο covid κι έχουν υποκείμενα νοσήματα – το μαθαμε να το λέμε κι αυτό – κι έχουν και κάποια ηλικία, αλήθεια πως αισθάνονται; Και ποιος είναι δίπλα τους;

Κανένα συναίσθημα δεν μπορεί να συγκριθεί με το πρώτο – που δεν το θυμόμαστε – όταν αντικρίζουμε για πρώτη φορά το φως της ζωής, και με το τελευταίο, που δεν το έχουμε ζήσει ακόμη, αλλά κι αν το ζήσουμε δεν θα μπορέσουμε να το μοιραστούμε ποτέ αφού πλέον δε θα ζούμε… Τρομερό το τέλος του κάθε ανθρώπου. Το δάχτυλο του θανάτου που πατάει το DELETE. Ένα τέτοιο τέλος θα μοιραστώ μαζί σας. Μια αληθινή ιστορία. Με αληθινά ονόματα, γνωστά στην κοινωνία της Κεφαλονιάς.

-Εχω δεν έχω κλείσει χρόνο από τότε που χειροτονήθηκα ιερέας, με το ζήλο και την απερίσκεπτη ευαισθησία που χαρακτηρίζει κάθε νέο κληρικό όταν αποφασίζω να πάω στο νοσοκομείο να δω κάποιον που βρισκόταν στα τελευταία του, τον πατέρα του φίλου μου του Μιχάλη του Μαρκάτου, τον μπάρμπα Γιώργη τον Πάπορα .

Ήταν και δικός μου φίλος, ένας άνθρωπος λιγομίλητος, μετρημένος και σοβαρός, ένας αριστερός ιδεολόγος με ανύπαρκτες σχέσεις με την εκκλησία. Τον γνώριζα πολλά χρόνια, μας έδινε την βάρκα του να ψαρεύουμε, εφευρετικός και πολυμήχανος με λόγια λίγα και σταράτα. Έμαθα ότι ήταν στο νοσοκομείο χτυπημένος από τον καρκίνο, τον είχε κατασπαράξει κυριολεκτικά σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Πήγα να τον δω, η οικογένειά του δίπλα του, ευλογημένα παιδιά, κι ο ίδιος, στο κρεβάτι του πόνου να χαροπαλεύει χωρίς καμμιά επικοινωνία, καμμιά κουβέντα παρά ένα ρόγχο, βαρύ κι επώδυνο .
-Δεν μπορεί να επικοινωνήσει δυστυχώς, μου είπε μια συγγένισσα του.
-ΕΕΕ μπάρμπα Γιώργη, του είπα και του χάιδεψα το αποστεωμένο του χεράκι. Με θυμάσαι, ο φίλος σου ο Φώντας είμαι, που έγινα παπάς, με θυμάσαι;

Κάρφωσε πάνω μου δυο γαλανά μάτια , τόσο ζωντανά , μάτια που αισθανόσουν ότι κάτι θέλουν να σου πούνε.
-Δεν μπορεί να καταλάβει, μόνο πονάει, είπε η συγγένισσα του. Δεν ξέρω μήπως τον κουράζετε κιόλας…

Τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου, γύρισαν και την κατακεραύνωσαν. Αισθανόμουν ανήμπορος και ξαφνικά μια ιδέα με φώτισε.
-Μπαρμπα Γιώργη με καταλαβαίνεις ; τον ρώτησα. Αν με καταλαβαίνεις κλείσε μου δυο φορές τα μάτια σου.
Ω του θαύματος!!! Έκλεισε τα μάτια του με δύναμη δυο φορές.
-Μπάρμπα Γιώργη, θα σε ρωτάω. Αν θες να πεις ΝΑΙ θα κλείνεις δυο φορές τα μάτια σου. Στο ΟΧΙ θα τα κλείνεις μια φορά σφιχτά, κατάλαβες;
Δυο ανοιγοκλεισίματα των ματιών έδωσαν και σε μένα αλλά και στους παρευρισκομένους να καταλάβουμε ότι πίσω από αυτά τα πονεμένα μάτια κρυβόταν ένα μυαλό σε απόλυτη διαύγεια.
-Με λένε Κώστα; Τον ρώτησα.
Με κάρφωσε με τη γαλανή του ματιά και μετά σφράγισε τα μάτια του μια φορά. Έκανα κι άλλες ερωτήσεις περισσότερο για να επιβεβαιώσω στους συγγενείς το γεγονός και να ολοκληρώσω το σχέδιό μου.
-Μπάρμπα Γιώργη , θα ‘θελες να σου διαβάσω κάποιες ευχούλες που θα σε ηρεμήσουν;
Τα μάτια με προσμονή κλείσαν δυο φορές.
Επανέλαβα.
Η ίδια επιβεβαίωση.

Έφερα την πάντα ετοιμοπόλεμη τσαντούλα μου με το πετραχειλάκι και το ευχολόγιο. Τα μάτια μου όπως και τα δικά του ήταν δακρυσμένα . Αφολυ ολοκλήρωσα την ακολουθία «εις ψυχοραγούντα» του έπιασα το χέρι και τον ρώτησα :
-Μπάρμπα Γιώργη, θέλεις αύριο να κοινωνήσεις των Αχράντων Μυστηρίων;
Δυο φορές τα μάτια ανοιγόκλεισαν με προσμονή. Έκατσα δίπλα του και τον ρώτησα άλλες δυο- τρεις φορές, δεν είχε κανείς καμία αμφιβολία ότι το ζήταγε να κοινωνήσει με απόλυτη διαύγεια.

-Μπάρμπα Γιώργη, αύριο θα σε κοινωνήσω είπα και πήγα να σηκωθώ.
Τότε – ω του θαύματος – αυτός ο ετοιμοθάνατος άνθρωπος που δεν μπορούσε να κάνει καμμιά κίνηση, με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια μου γράπωσε το χέρι σφιχτά , ανασηκώθηκε λίγους πόντους και μου φώναξε σπαρακτικά : ΑΑΑΑΙΙΙΙΙΟΟΟΟΟ….ΑΑΑΙΙΙΟΟΟΟ….

Γράφω και τα μάτια μου έχουν γεμίσει δακρυα στη θύμηση, στο αγωνιώδες ΑΑΑΥΥΥΡΙΙΙΟΟΟ που προσπαθούσε να πει , στο ΑΥΡΙΟ που περίμενε να κοινωνήσει, σε ένα αύριο που δεν ήρθε ποτέ. Λίγες ώρες μετά έφυγε για το μεγάλο ταξίδι.
Αιωνία σου η μνήμη μπάρμπα Γιώργη…

Φωτογραφία άρθρου : Φωτεινή Μαραβέγια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

2,968ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,410ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
7ΑκόλουθοιΑκολουθήστε

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

error: Το περιεχόμενο προστατεύεται