Στη βόλτα μου στα Παλιά Βλαχάτα* είδα ένα σπίτι με καγκελόφρακτα παράθυρα. Έκατσα απέναντι σ’ ένα πεζούλι και άνοιξα τα φύλλα της καρδιάς μου και έφερα στην επιφάνεια το δικό μας σπιτάκι με τα ίδια καγκελόφρακτα παράθυρα. Τί θύμισες μου ξύπνησε αυτό το σπίτι! Το σπίτι μου, που δεν υπάρχει πια, αλλά υπάρχει και θα υπάρχει πάντα στα τρίσβαθα της καρδιάς μου, της ύπαρξής μου. Το σπίτι μας στο χωριό (Κεφαλόβρυσο Πωγωνίου), ήταν ένα μόνο δωμάτιο. Σ’ αυτό το δωμάτιο κοιμόμασταν, μαγείρευε η μάνα μου, διάβαζα και έγραφα τα μαθήματά μου, άκουγα το ντάκα – ντούκου του αργαλειού της γιαγιάς μου (ντάντω Νούλα). Βρύσες τα μάτια μου στις θύμισες, μα και ένα ξαλάφρωμα συγχρόνως.

(Στις φωτογραφίες το καγκελόφρακτο παράθυρο στα Παλιά Βλαχάτα και το πατρικό μου σπίτι. όπως ήταν σε κάποιο από τα ταξίδια μου στο χωριό – Σήμερα δεν υπάρχει)
Το φέρνω στο μυαλό μου. Ένας τετράγωνος χώρος. Μπαίνοντας το πρώτο πράγμα που συναντούσες απέναντι από την πόρτα ο αργαλειός της ντάντως. Δίπλα στην πόρτα το μπαούλο της μάνας μου που είχε ζωγραφισμένο ένα αετό, με το οποίο είχε μεταφέρει τα λιγοστά προικιά της. (Τι να απέγινε αυτό το μπαούλο – ποιος ξέρει;). Δίπλα από το μπαούλο το ένα καγκελόφρακτο παράθυρο. Το παράθυρό μου. Με τις ώρες καθόμουνα το χειμώνα και παρακολουθούσα τη ζωή έξω από το σπίτι μας. Τις κότες που σεργιάνιζαν στην αυλή, τσιμπολογώντας κανένα σπόρο, σκουληκι, χόρτο. Τους γείτονες που πηγαινοερχόντουσαν για τις καθημερινές δουλειές. Τη βροχή και το χιόνι. Άμα άκουγα κανένα μπουμπουνητό και έβλεπα και αστραπές έσκυβα και διπλωνόμουν στα δύο και καθόμουν δίπλα στο μπαούλο. Φοβόμουν πολύ. Κάποια μέρα ρώτησα τη μάνα μου, γιατί ακούγονται μπουμπουνητά και γιατί αστράφτει. Και η μανούλα μου. για να μου απαλύνει το φόβο. μου απάντησε “πλένουν οι άγγελοι το σπίτι του Θεού και βρέχει, σέρνουν τα μπαούλα του και βροντάει και ανάβουν φώτα μεγάλα για να βλέπουν”.
Δίπλα ακριβώς από το παράθυρο άρχιζε το μπάσι (μεγάλο ντιβάνι με μαξιλάρια) και έπιανε τη μια γωνία του σπιτιού μας, ακριβώς κάτω από δυο παράθυρα (ένα της πρόσοψης και το άλλο από την άλλη πλευρά του σπιτιού. Εκεί κοιμόμασταν οι τρεις μας. Η μάνα μας, εγώ και η αδελφή μου. Οι τρεις μας μια αγκαλιά! Δίπλα το ταπεινό μας τζάκι. Όσο έμενε η γιαγιά μαζί μας, ήταν της αρμοδιότητάς της. Εκείνη το άναβε και είχε τη φροντίδα του. Απαραίτητα εργαλεία για το τζάκι μας η μασιά, η τσιμπίδα και η πυροστιά για το μαγείρεμα. Κατά καιρούς στη χόβολη ψήναμε κυδώνια, πατάτες, κρεμμύδια. Δίπλα από το τζάκι και απέναντι από το μπάσι μας σε σχήμα Γ ήταν ο πάγκος που χρησίμευε για κουζίνα μας. Επάνω στο πάγκο το γκιούμι μας με νερό για τη λάτρα του σπιτιού, μια λεκάνη για το πλύσιμο των πιάτων, μια κανάτα γυάλινη σκεπασμένη με ένα κέντημα για πόσιμο νερό με δυο ροζ κουπάκια (ένα εγώ και ένα η αδελφή μου). Από πάνω στο τοίχο η πιατοθήκη μας. Κάτω από το πάγκο κρεμασμένα τα κατσαρολικά μας και τοποθετημένες οι προμήθειές μας και όλα αυτά κρυβόντουσαν με ένα κομμάτι ύφασμα. Αυτό ήταν το κουζινάκι μας. Τα άκρως απαραίτητα. Δίπλα ο γίκος (στιβαγμένα κλινοσπεπάσματα, φλοκάτες, κιλίμια κλπ.) σκεπασμένος με μια ωραία μπατανία. Δίπλα από τον γίκο το γιατάκι της ντάντως μας. Ο χώρος του ύπνου της, δίπλα στον αργαλειό της. Δεν είχαμε τραπέζι ούτε καρέκλες. Τρώγαμε στον σοφρά (χαμηλό ξύλινο τραπεζάκι) και καθόμασταν σε μαξιλάρες. Στον σοφρά διάβαζα και έγραφα.
Το σπίτι μας ήταν μεσιακό. Το διπλανό ήταν του παππού Γιώργη (αδελφός του παππού μου), αλλά ήτανε από τους άτυχους που όταν έκλεισαν τα σύνορα παρέμεινε στην Αλβανία. Ήταν παραμελημένο και έσταζε. Το χρησιμοποιούσαμε σαν αποθήκη για τα γεωργικά μας εργαλεία και τη μια γωνιά του για τις δυο – τρεις κοτούλες μας. Έξω στην αυλή υπήρχε μια κληματαριά. Στον τοίχο του σπιτιού μας υπήρχε ένα πεζούλι. Εκεί την αράζαμε τα καλοκαίρια στο πεζούλι κάτω από την κληματαριά. Σ’ ένα μέρος της αυλής ο κηπάκος μας για τα ζαρζαβατικά μας. Κάπου στη μέση αυλής μας, μια μεγάλη άσπρη πέτρα. Το ρολόϊ της μάνας μου. Από την σκιά του σπιτιού μας και την απόστασή της μέχρι την πέτρα υπολόγιζε την ώρα. Χρόνια δύσκολα και φτωχικά, μα πόσο θα ήθελα να ήμουν χωμένη στο μπάσι μας μέσα στην αγκαλιά της μάνας μου και της αδελφής μου!
* Εγκαταλειμμένο χωριό. Καταστράφηκε ολοσχερώς με τον σεισμό του 1953. Οι κάτοικοί του έστησαν εκ νέου τα σπιτικά τους, σ’ άλλα χωριά. Στα ερείπια του συγκεκριμένου χωριού, κάθε καλοκαίρι λαμβάνει χώρα το φεστιβάλ “Σαρίστρα”.
Αρετή Γραμμόζη – Παπαδημάτου










