Εικόνα: Μία γυναίκα που το σώμα της καλύπτεται από τη βλάστηση μέχρι τον λαιμό, ορθώνει το δεξί της χέρι κρατώντας σε αυτό ένα καπέλο. © Γεράσιμος Αποστολάτος
Τις τελευταίες εβδομάδες έχει ανοίξει μια κρίσιμη συζήτηση γύρω από την πρόθεση της κυβέρνησης να αναθεωρήσει το καθηκοντολόγιο των μαιών και μαιευτών, το οποίο ισχύει από το 1989. Είναι προφανές ότι ένα θεσμικό πλαίσιο σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών χρειάζεται επικαιροποίηση, τόσο λόγω των επιστημονικών εξελίξεων όσο και της εμπειρίας που έχει συσσωρευτεί όλα αυτά τα χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, ο Σύλλογος Μαιών και Μαιευτών κλήθηκε να συμβουλεύσει την πολιτεία και να καταθέσει προτάσεις για τη νέα διαμόρφωση του καθηκοντολογίου.
Ωστόσο, παρά τη συμμετοχή σε αυτή στη διαδικασία, οι θέσεις και οι τεκμηριωμένες προτάσεις του κλάδου φαίνεται να αγνοήθηκαν. Στο υπό διαμόρφωση προσχέδιο της Κοινής Υπουργικής Απόφασης, το οποίο δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί σε ΦΕΚ, απουσιάζει οποιαδήποτε σαφής και ρητή αναφορά στον φυσιολογικό τοκετό και στον αυτόνομο ρόλο των μαιών σε αυτόν. Η απουσία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη ή τεχνική, αλλά συνιστά μια σαφή πολιτική επιλογή με ουσιαστικές συνέπειες για τη δημόσια υγεία και τα δικαιώματα των γυναικών.
Η Ελλάδα κατέχει εδώ και χρόνια μια θλιβερή πρωτιά: περίπου το 60% των τοκετών πραγματοποιείται με καισαρική τομή, ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες το αντίστοιχο ποσοστό κινείται γύρω στο 20%. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών των καισαρικών δεν βασίζεται σε πραγματικές ιατρικές ενδείξεις. Το γεγονός αυτό από μόνο του θα έπρεπε να προκαλεί συναγερμό στην πολιτεία. Αντί γι’ αυτό, η κυβερνητική πρόταση φαίνεται να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση: προς την ακόμη μεγαλύτερη ιατρικοποίηση του τοκετού.
Ο κ. Γιάννης Μουζάλας*, γυναικολόγος-μαιευτήρας με μακρά εμπειρία και σταθερό δημόσιο λόγο υπέρ του φυσιολογικού τοκετού, έχει επανειλημμένα επισημάνει κάτι αυτονόητο αλλά ξεχασμένο: η εγκυμοσύνη και ο τοκετός δεν είναι ασθένεια. Η αντιμετώπισή τους ως παθολογικών καταστάσεων δεν εδράζεται στην επιστήμη, αλλά σε κοινωνικές πρακτικές, φόβους και συμφέροντα που αναπαράγονται επί δεκαετίες. Όταν ο κανόνας γίνεται η καισαρική και η εξαίρεση ο φυσιολογικός τοκετός, τότε κάτι θεμελιώδες έχει αντιστραφεί.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τίθενται σκληρά και αναπόφευκτα ερωτήματα. Γιατί η κυβέρνηση επιλέγει να αποδυναμώσει τον ρόλο των μαιών αντί να ενισχύσει ένα μοντέλο φροντίδας που διεθνώς θεωρείται ασφαλές και αποτελεσματικό για τους τοκετούς χαμηλού κινδύνου; Είναι όλες οι Ελληνίδες γυναίκες άρρωστες; Είναι βιολογικά ανίκανες να γεννήσουν χωρίς χειρουργική παρέμβαση; Ή μήπως έχουμε απλώς μάθει να φοβόμαστε μια φυσιολογική διαδικασία επειδή δε μας εκπαιδεύουν, δε μας ενημερώνουν και δε μας εμπιστεύονται;
Ο κ. Μουζάλας έχει τονίσει ότι η επιλογή της καισαρικής συχνά δεν είναι αποτέλεσμα ενημερωμένης συναίνεσης της γυναίκας, αλλά προϊόν φόβου, ελλιπούς πληροφόρησης και μιας ιατρικής κουλτούρας που προκρίνει τον απόλυτο έλεγχο έναντι της φυσιολογικής εξέλιξης. Σε αυτό το μοντέλο, η μαία, η επαγγελματίας που ιστορικά και επιστημονικά συνδέεται με τον φυσιολογικό τοκετό, αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα, ενώ ο γιατρός καθίσταται αποκλειστικός διαχειριστής μιας διαδικασίας που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν απαιτεί χειρουργική πράξη.
Οι συνέπειες αυτής της επιλογής δεν είναι αμελητέες. Πέρα από τους άμεσους κινδύνους μιας περιττής καισαρικής, τίθεται το ζήτημα της δημόσιας υγείας σε βάθος χρόνου. Τι σημαίνει για μια κοινωνία το γεγονός ότι μια ολόκληρη γενιά γεννιέται κυρίως μέσω χειρουργικών επεμβάσεων; Πώς επηρεάζεται το ανοσοποιητικό σύστημα, η μικροβιακή χλωρίδα, η σωματική και ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών; Υπάρχουν διεθνείς έρευνες που συνδέουν τις καισαρικές τομές με αυξημένες πιθανότητες μαθησιακών δυσκολιών και άλλων ζητημάτων υγείας καθώς και με ερωτήματα που δεν απαντώνται με σιωπή ή με τεχνικές ρυθμίσεις.
Μοιραία η συζήτηση αποκτά και πολιτική διάσταση. Μήπως η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία ευνοεί ένα ισχυρότερο, κοινωνικά και εκλογικά αναγνωρίσιμο επαγγελματικό σώμα, τους ιατρούς, εις βάρος των μαιών, που παραμένουν λιγότερο ορατές και πολιτικά «αθόρυβες»; Μήπως πρόκειται για μια επιλογή που ντύνεται με τον μανδύα της ασφάλειας, αλλά στην ουσία αναπαράγει ιεραρχίες και εξουσίες;
Το ερώτημα για τον ίδιο τον κλάδο των μαιών παραμένει ανοιχτό: θα αποτελέσει αυτή η υποβάθμιση αφορμή για κινητοποιήσεις ή θα εκληφθεί ως ανακούφιση από ευθύνες που το κράτος δεν στήριξε ποτέ επαρκώς; Όποια κι αν είναι η απάντηση, το διακύβευμα ξεπερνά κατά πολύ τα στενά επαγγελματικά όρια.
Αυτό το ζήτημα δεν είναι συντεχνιακό. Είναι βαθιά ανθρώπινο. Αφορά το πώς αντιλαμβανόμαστε το σώμα της γυναίκας, τη γέννα, την επιστήμη και τη φροντίδα. Αφορά το αν επιλέγουμε ένα σύστημα υγείας που εμπιστεύεται τη φύση όταν αυτή δεν χρειάζεται παρέμβαση ή ένα σύστημα που παρεμβαίνει προληπτικά, από φόβο ή συμφέρον.
Ο τρόπος που μιλάμε για τον τοκετό δεν πρέπει να γεννά ενοχές, αλλά κατανόηση. Κάθε γέννα έχει τη δική της ιστορία και πολλές καισαρικές υπήρξαν αναγκαίες, σωτήριες και βαθιά ανθρώπινες. Η ανησυχία δεν αφορά τις γυναίκες που γέννησαν έτσι, αλλά τις πολιτικές που μετατρέπουν μια χειρουργική πράξη σε κανόνα και αφαιρούν από τις επόμενες γυναίκες τη δυνατότητα της ουσιαστικής επιλογής.
Όταν περιορίζεται ο ρόλος των μαιών και ο φυσιολογικός τοκετός σβήνεται από τον θεσμικό χάρτη, δεν πλήττεται μια επαγγελματική ομάδα. Πλήττεται η ποιότητα της φροντίδας, η εμπιστοσύνη και τελικά η δημόσια υγεία. Η φροντίδα στη γέννα δεν είναι ζήτημα ελέγχου, αλλά σχέσης. Αν αφήσουμε τον φόβο και τα οικονομικά-πολιτικά συμφέροντα να (καθ)ορίσουν αυτήν την κορυφαία στιγμή για τον κάθε άνθρωπο, τότε πολύ φοβόμαστε ότι θα έχουμε κάνει το αμετάκλητο βήμα για μία νέα πραγματικότητα με προεκτάσεις που δεν μπορούν εύκολα να εντοπιστούν…
Γιάννης Βαρούχας
* Ο Γιάννης Μουζάλας είναι ιατρός-γυναικολόγος και μαιευτήρας, έχει διατελέσει Υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και έχει συμμετάσχει σε πάνω από 25 ανθρωπιστικές αποστολές σε Ασία και Αφρική ως μέλος των Γιατρών του Κόσμου.










