Χθες το βράδυ, στο Κάστρο του Αγίου Γεωργίου, η Αντιγόνη του Σοφοκλή δεν παρουσιάστηκε απλώς ξανά. Γεννήθηκε από την αρχή, μέσα από μια ματιά απολύτως σημερινή, βαθιά ανθρώπινη και τολμηρή.
Η «Αντιγόνη: Γεννήθηκα για να αγαπώ» ήταν μια παράσταση που κατάφερε να συνομιλήσει με το αρχαίο κείμενο χωρίς να εγκλωβιστεί σε αυτό, να το σεβαστεί χωρίς να το φοβηθεί και, κυρίως, να αποδείξει πως οι μεγάλες τραγωδίες δεν ανήκουν στο παρελθόν. Μας ανήκουν ακόμη, γιατί μιλούν για όσα εξακολουθούν να πληγώνουν τον άνθρωπο.
Πριν ακόμη αρχίσει η παράσταση, το ίδιο το Κάστρο είχε ήδη αναλάβει τον ρόλο του ιδιότυπου συμπρωταγωνιστή. Η ανηφόρα στο παλιό πέτρινο δρομάκι, η θέα που άνοιγε ολοένα περισσότερο όσο ανέβαινες προς το μικρό αμφιθέατρο, η αίσθηση της ιστορίας που κουβαλούσε ο τόπος, δημιουργούσαν ένα σκηνικό αρχαιοπρέπειας και μνήμης που δύσκολα θα μπορούσε να επινοήσει οποιοδήποτε θεατρικό σκηνικό.

Όταν έπεσε το σκοτάδι, το φεγγάρι και η Αφροδίτη έγιναν οι πρώτοι οικοδεσπότες μας. Αργότερα, το φως τους απλώθηκε πάνω στη θάλασσα που χωρίζει την Κεφαλονιά από τη Ζάκυνθο και την έκανε μια λαμπερή επιφάνεια τόσο μαγική, που για μια στιγμή νόμιζες πως θα μπορούσες να σηκωθείς και να την περπατήσεις.
Ο Γιάννης Αναστασάκης, σκηνοθέτης της παράστασης, υποδεχόταν τον κόσμο με χαμόγελο, βοηθούσε στην εγκατάσταση των θεατών και συντόνιζε τις τελευταίες προετοιμασίες.

Το θεατράκι γέμισε γρήγορα και κάτι ιδιαίτερα όμορφο συνέβη πριν ακόμη ακουστεί η πρώτη λέξη. Χωρίς καμία ειδοποίηση, αρκετά λεπτά πριν από την έναρξη, οι συζητήσεις είχαν σιγήσει. Το κοινό είχε βυθιστεί σε μια αυθόρμητη σιωπή, σαν να ένιωθε πως έπρεπε να προετοιμαστεί για κάτι που απαιτούσε προσοχή.
Η μουσική του Κώστα Χαριτάτου άνοιξε τη νοερή αυλαία, μας πήρε από το χέρι και μας οδήγησε σε έναν άλλο χρόνο, πριν ακόμη εμφανιστεί οποιοσδήποτε ηθοποιός. Ο χώρος έμοιαζε σαν να είχε μόλις αποκαλυφθεί μέσα από μια αρχαιολογική ανασκαφή, ενώ η μουσική τον μεταμόρφωνε σε αρχαίο ανάκτορο, σε έναν τόπο όπου σχεδόν περίμενες να εμφανιστεί ο Άναξ.
Πρώτα, ωστόσο, εμφανίστηκε η Μαρία Τσιμά, ως αφηγήτρια και αργότερα μάντης. Με το «καλησπέρα σας» καθήλωσε το κοινό! «Φοβάμαι τον άνθρωπο…», «το κτήνος που πρέπει να γίνει…». Λίγο νωρίτερα είχε ανάψει ένα κεράκι στη μνήμη των νεκρών για να ποτίσει στη συνέχεια ένα φυτό μαραμένο… που όσο κι αν το πότιζε, αυτό, δεν μπορούσε να ανθίσει. Το κερί έγινε φόρος τιμής στη μνήμη πολλών σημαντικών γυναικών, μορφών που πέρασαν από μπροστά μας με έναν τρόπο συγκλονιστικό και έδωσαν στην παράσταση μια διάσταση πολύ ευρύτερη από την ιστορία της Θήβας.
Ύστερα, σε μια από τις πιο δυνατές συμβολικές στιγμές, η αφηγήτρια συνέθλιψε ένα καρπούζι στο πάτωμα. Μια απλή πράξη μετατράπηκε σε εικόνα της ανθρωπότητας κάθε φορά που το μίσος νικά την αγάπη, κάθε φορά που η ευθύνη υποχωρεί μπροστά στο «μην ασχολείσαι», κάθε φορά που ο φόβος καταφέρνει να νικήσει τον λογισμό μας.
Η Αμαλία Αρσένη και η Μαρία Κουρή, ως Αντιγόνη και Ισμήνη, έφεραν στη σκηνή δύο διαφορετικές φωνές που συνυπάρχουν μέσα στον άνθρωπο, τη φωνή του συναισθήματος και τη φωνή της λογικής. Η Αντιγόνη ζητά το αυτονόητο, να τιμήσει το άψυχο σώμα του αδελφού της, ακόμη κι αν εκείνος στράφηκε εναντίον της πόλης. Ο Κρέοντας, όμως, απαιτεί να μείνει άταφος, θέλοντας να μετατρέψει την τιμωρία του νεκρού σε μήνυμα φόβου για τους ζωντανούς.

Η παράσταση μάς θύμισε εδώ πόσο θεμελιώδης ήταν για τους αρχαίους Έλληνες η απόδοση τιμών στους νεκρούς. Η ταφή δεν ήταν μια τυπική διαδικασία αλλά ιερό καθήκον, απαραίτητο για να μπορέσει ο νεκρός να πραγματοποιήσει το ταξίδι του στον Κάτω Κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά τη ναυμαχία των Αργινουσών, στρατηγοί καταδικάστηκαν επειδή, παρά τη νίκη τους, δεν κατάφεραν να περισυλλέξουν τους νεκρούς μέσα στη θαλασσοταραχή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η παράσταση άνοιξε έναν ακόμη κύκλο, παρουσιάζοντας ταφικά έθιμα από διαφορετικές κοινότητες του κόσμου. Ο Χορός, σε συνδυασμό με τη δυναμική μουσική του Κώστα Χαριτάτου, μας ταξίδεψε σε διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι αντιμετώπισαν τον θάνατο και τίμησαν αυτούς που έφυγαν.

Μετά, ήταν ο Κρέοντας. Ο Κυριάκος Μαρκάτος ήταν πραγματικά αγνώριστος από τον νεαρό που είχαμε γνωρίσει στο «Χελιδόνι», εκείνον που ζητούσε μαθήματα φωνητικής από την κυρία Αμέλια. Εδώ φάνηκε καθαρά το μέγεθος του ταλέντου του. Υποδύθηκε τον τύραννο με τέτοια πειστικότητα, ώστε, αν δεν τον γνώριζες, θα μπορούσες να τον θεωρήσεις ιδανικό εκπρόσωπο του ολοκληρωτισμού. Ο Κρέοντας μάς μίλησε με τη γλώσσα που γνωρίζουμε και σήμερα. Επίδειξη δύναμης απέναντι στην ανθρωπιά, καλλιέργεια φόβου στις ψυχές των ανθρώπων, εξοστρακισμός του συναισθήματος από τα κέντρα λήψης αποφάσεων και, τελικά, απόλυτος έλεγχος ακόμη και πάνω στη μνήμη. Γιατί οι νεκροί, όπως μας είπε, μπορούν να γίνουν πιο επικίνδυνοι από τους ζωντανούς.

Η σύγκρουσή του με την Αντιγόνη ήταν η σύγκρουση δύο ολόκληρων κόσμων. Από τη μία η εξουσία που απαιτεί υπακοή και από την άλλη ένα ελεύθερο πνεύμα που αρνείται να φοβηθεί. Όσο όμως ο Κρέοντας επέβαλλε την ποινή του, τόσο η δήθεν παντοδυναμία του άρχισε να μοιάζει με ήττα… Η προσπάθειά του να τιθασεύσει την Αντιγόνη, να την προσεταιριστεί, να τη μεταπείσει και τελικά να συγκρατήσει ένα πνεύμα που δεν υποτασσόταν στον φόβο, αποκάλυπτε όλο και περισσότερο τη δική του ανασφάλεια.

Διότι απόλυτος να γίνεται εκείνος που φοβάται περισσότερο, εκείνος που χρειάζεται το δόγμα ως σωσίβιο. Ο άνθρωπος που πλησιάζει την αλήθεια γνωρίζει ότι κανείς δεν την κατέχει ολοκληρωτικά και γι’ αυτό αμφιβάλλει. Ο Κρέοντας, αντίθετα, δεν μπορούσε να αμφιβάλει, γιατί αν αμφέβαλλε θα έπρεπε να αμφισβητήσει και την ίδια του την εξουσία.
Συγκλονιστική ήταν και η Ισμήνη της Μαρίας Κουρή. Η σκηνική της παρουσία και η εξαιρετική της άρθρωση μας κατέκτησαν, ενώ πολλές φορές η αποφασιστικότητα της φωνής της, σε συνδυασμό με την ουσία του λόγου της, γεννούσε μια συγκίνηση που αναζητούσε διέξοδο στα μάτια. Η Ισμήνη ανέδειξε την πλήρη διάσταση των ανθρώπων που προσπαθούν να ισορροπήσουν μέσα από τη λογική, περιορίζοντας την καρδιά επειδή φοβούνται τις συνέπειες της σύγκρουσης. Όταν η Μαρία Κουρή, μαζί με τη Μαρία Τσιμά και την Αμαλία Αρσένη μεταμορφώνονταν σε Χορό, «πυροβολούσαν» τη σύγχρονη αδικία, την καταπίεση, την εκμετάλλευση και την επιβολή απέναντι στις γυναίκες, αισθανόσουν σχεδόν τη σταύρωση να συμβαίνει ξανά μπροστά στα μάτια σου.

Εδώ βρίσκεται και μία από τις πιο ξεκάθαρες και τολμηρές επιλογές της παράστασης, η ανάδειξη της φεμινιστικής διάστασης της Αντιγόνης. Το έργο έγινε ένα βαθύ αφιέρωμα σε γυναίκες που άνοιξαν δρόμους, όπως η Φρίντα Κάλο και η Ρόζα Παρκς, γυναίκες που όταν όλα γύρω τους τούς έλεγαν να σωπάσουν, εκείνες μίλησαν. Δεν έσκυψαν το κεφάλι και ο πόνος τους μετατράπηκε σε λύτρωση για εκατομμύρια άλλες γυναίκες.

Η παράσταση μίλησε με ανατριχιαστική καθαρότητα για τη σιωπή των γυναικών που κρατά αυτόν τον κόσμο όρθιο, αλλά και για τη γαλούχηση των νέων κοριτσιών στη σιωπή και στην ανοχή. Πρώτα απέναντι στον πατέρα, ύστερα στον σύζυγο και τελικά απέναντι σε κάθε «δεσπότη» που αναζητά ένα «ποίμνιο». Δε χρειάζεται να κοιτάξει κανείς πολύ μακριά για να καταλάβει πόσο επίκαιρη παραμένει αυτή η συζήτηση. Οι μισθολογικές ανισότητες, η υποεκπροσώπηση σε υψηλόβαθμες θέσεις, η βία κατά των γυναικών και οι γυναικοκτονίες υπενθυμίζουν καθημερινά ότι η ισότητα δεν είναι ακόμη μια ολοκληρωμένη κατάκτηση.
Η παράσταση, όμως, κοίταξε με την ίδια αυστηρότητα και τη δική μας καθημερινότητα. Το αδιάκοπο σκρολάρισμα έγινε μια εξαιρετικά εύστοχη εικόνα της εποχής μας. Στην οθόνη του κινητού, ο θάνατος, η τραγωδία και η φρίκη μπορούν να εμφανιστούν ανάμεσα σε μια διαφήμιση και ένα αστείο βίντεο, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και αμέσως μετά το δάχτυλο συνεχίζει προς τα πάνω. Κι άλλο. Κι άλλο. Μέχρι να συνηθίσουμε το τέρας. Μέχρι να το οικειοποιηθούμε και ίσως τελικά να το αποδεχθούμε. Δεν είναι λοιπόν μόνο η Θήβα μια πόλη τρόμου, προπαγάνδας και ελέγχου, είναι και ο σύγχρονος κόσμος μας που έχει εξελίξει σε πρωτοφανή βαθμό την τέχνη της επιρροής και της διαμόρφωσης της σκέψης των μαζών.

Η ομάδα των δημιουργών δε φοβήθηκε να κοιτάξει την Αντιγόνη μέσα από τα μάτια του σήμερα. Τόλμησε να αμφισβητήσει το στερεότυπο της πατριαρχίας, να μιλήσει για την εξουσία, τον φόβο, την προπαγάνδα, την ευθύνη, τη σιωπή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Τόλμησε να δείξει πως οι γυναίκες που κάποτε τιμωρήθηκαν επειδή θέλησαν να υπάρξουν ελεύθερες μπορούν τελικά να γίνουν σύμβολα και να κερδίσουν τη θέση τους στη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Μας θύμισε επίσης, πως η Αντιγόνη, όσο αρχαία κι αν είναι, εξακολουθεί να μιλά για το σήμερα, επειδή οι ανάγκες και οι φόβοι του ανθρώπου αλλάζουν λιγότερο απ’ όσο νομίζουμε ανεξάρτητα από τα μέσα κάθε εποχής.
Η χθεσινή βραδιά στο Κάστρο του Αγίου Γεωργίου ήταν ένα θέαμα υψηλού επιπέδου, αλλά ήταν ταυτόχρονα και μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία. Ήταν μουσική, εικόνα, ιστορία, κοινωνικός προβληματισμός, μνήμη και πολιτική σκέψη, όλα δεμένα σε μια παράσταση που δεν σε άφηνε να παραμείνεις απλός θεατής. Γι’ αυτό και θέλω από καρδιάς να συγχαρώ όλες και όλους τους συντελεστές της MEMENTO MORRI και όλους όσοι εργάστηκαν για αυτό το αποτέλεσμα. Μας χάρισαν μια βραδιά αφύπνισης και έκστασης, μια βραδιά κατά την οποία το αρχαίο κάστρο, η μουσική, η θάλασσα, το φεγγάρι και οι άνθρωποι επί σκηνής έγιναν ένα.

Ήταν τέτοιος ο καταιγισμός των εικόνων, των ιδεών και των συναισθημάτων, ώστε μία φορά δεν έφτανε. Γι’ αυτό θα επιστρέψουμε. Σήμερα, όσοι τυχεροί έχουν εξασφαλίσει μια θέση, θα έχουν την ευκαιρία να τη ζήσουν ξανά στο Κάστρο του Αγίου Γεωργίου, ενώ την Τετάρτη, 26 Αυγούστου, στο Δημοτικό Θέατρο Αργοστολίου «Ο Κέφαλος», θα είμαστε κι εμείς εκεί για δεύτερη φορά. Όχι επειδή δεν καταλάβαμε την πρώτη, αλλά επειδή κάποιες παραστάσεις χρειάζονται μια δεύτερη συνάντηση για να μπορέσεις να ακούσεις όσα η πρώτη σε έκανε απλώς να αισθανθείς.
Η «Αντιγόνη: Γεννήθηκα για να αγαπώ» κατάφερε και μας έκανε να αισθανθούμε Άνθρωποι.
Η παράσταση εντάσσεται στο πρόγραμμα «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κάτω από το φως της Αφροδίτης, μέσα στο πέτρινο Κάστρο του Αγίου Γεωργίου, η Αντιγόνη μάς θύμισε πως ο πολιτισμός δεν γνωρίζει σύνορα και πως οι μεγάλες αλήθειες του ανθρώπου ταξιδεύουν μέσα στους αιώνες, από γενιά σε γενιά, από τόπο σε τόπο, από καρδιά σε καρδιά. Οι εποχές αλλάζουν, οι εξουσίες αλλάζουν, τα πρόσωπα αλλάζουν, ο άνθρωπος όμως, εξακολουθεί να αναμετριέται με τον φόβο, την αδικία, τη σιωπή και την ανάγκη του να αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Απέναντι σε κάθε Κρέοντα, σε κάθε φόβο, σε κάθε επιβολή, θα υπάρχει πάντοτε μια Αντιγόνη που θα επιμένει να θυμάται, να αντιστέκεται, να αγαπά. Γιατί η αγάπη δεν είναι αδυναμία, είναι η δύναμη που αρνείται να γίνει κτήνος ο άνθρωπος.
Φεύγοντας από το Κάστρο, με τη θάλασσα να λαμπυρίζει απέναντι και την Αντιγόνη να συνεχίζει να αντηχεί μέσα μας, έμεινε μια τελευταία σκέψη. Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός και όλη η ανθρωπότητα, μια ανάγκη για περισσότερη αγάπη.
Γιάννης Βαρούχας










