Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021
6.4 C
Argostoli

kefaloniastatus@gmail.com

Εφημερεύοντα Φαρμακεία

ΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ

Γράφει ο ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ

Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν την άποψη των αρθρογράφων τους και όχι κατά ανάγκη του kefaloniastatus.gr

Φωτογραφία άρθρου : Jerry Apostolatos

Ήταν μια μεγάλη κατακόρυφη σκάλα με σαράντα σκαλοπάτια, που ένωνε την πλακόστρωτη αυλή με τον πρώτο όροφο του παλιού πέτρινου σπιτιού στο χωριό του πατέρα μου. Στεκόταν εκεί αγέρωχη σα να εξουσίαζε τον παλιό πύργο της οικογένειας, που από τα πολλά χρόνια και τις κακουχίες είχε μείνει ο μισός.

Αυτό το σπίτι τα καλοκαίρια μάζευε όλη την οικογένεια που ήταν διασκορπισμένη στις μεγάλες πόλεις. Μεγάλοι άνθρωποι, παιδιά, ξαδέλφια, θείοι, θείες, φωνές, τρεχάματα, παιχνίδια, βουτιές στη θάλασσα, βόλτες με τα άλογα και πατάτες τηγανητές, πολλές πατάτες, δεν τις χορταίναμε γιατί ήταν οι πιο νόστιμες σε όλο τον κόσμο!

Ήταν πάντα Αύγουστος και η ζέστη, η πολύ ζέστη δε μας ένοιαζε, γιατί ήταν διακοπές, γιατί ήμασταν όλοι μαζί κι ας μην ταιριάζαμε. Μια φορά το χρόνο έπρεπε να μαζευτούμε, το απαιτούσε η Γιαγιά ή ο στρατηγός όπως την αποκαλούσαν οι μεγάλοι, αλλά εγώ συνέχιζα να τη φωνάζω με το ονομά της σε πείσμα των μεγάλων που το θεωρούσαν αγένεια, μα εμένα δε μου καιγόταν καρφί γιατί της άρεσε. Της θύμιζα τον παππού και με είχε ορκίσει να μην το αποκαλύψω σε κανέναν. Έτσι είχα το προνόμιο όχι μόνο να τη φωνάζω έτσι όπως τη φώναζε εκείνος, αλλά να είμαι ο μαναδικός ακροατής στα παραμύθια της. Εκεί στην πέτρινη σκάλα με τα σαράντα σκαλοπάτια τα βράδια, τα ζεστά βράδια του Αυγούστου όταν όλοι είχαν πέσει για ύπνο.

Οι νύχτες αυτές ήταν μαγικές. Ο ουρανός γεμάτος μικρές φλόγες κατέβαινε σα μια πελώρια κουρτίνα, άλλοτε από βελούδο και άλλοτε από σατέν, και για έναν περίεργο λόγο έβλεπα καθαρά παρ’ όλο το σκοτάδι. Μετρούσαμε πότε τα πιο φωτεινά αστέρια, αυτά που ήταν κεντημένα στην πελώρια κουρτίνα του ουρανού, και πότε τα πιο μικρά.

Η θάλασσα ασημένια υποδεχόταν το Αυγουστιάτικο φεγγάρι, που από τότε με είχε μάθει ότι ο Αύγουστος είναι πλούσιος μήνας, γιατί εκτός ότι έχει δύο ολόγιομα φεγγάρια, είχα και τη γιορτή μου και μου έσκαγε ένα φιλί στο μάγουλο γελώντας. Αυτό επαναλαμβανόταν κάθε καλοκαίρι γιατί βλέπεις ήταν μεγάλη και ξέχναγε… Αλλά εμένα δε μ’ ένοιαζε, κάθε άλλο! Μου άρεσε και καμάρωνα γι’ αυτή της την εύνοια που με έβαζε στην πρώτη θέση ανάμεσα στη νέα γενιά της φαμίλιας.

Και τότε ακουγόταν απ’ τον απέναντι λόφο ένα ουρλιαχτό που μ’ έκανε να φωλιάζω στην ποδιά της προκαλώντας το θυμό της. “Δεν ντρέπεσαι κοτζάμ άντρας να φοβάσαι το Καπλάνι, δε βλέπεις τον Τζώνη που δεν κουνιέται”! Ο Τζώνη ήταν ένας ποιμενικός πανέμορφος σκύλος φύλακας του σπιτιού και πιστός ακόλουθος στις εξερευνήσεις μου στα γύρω χωράφια. “Δε βλέπεις ότι δεν ιδρώνει το αυτί του”! Και άρχιζε τις ιστορίες για τα Καπλάνια… Ήταν, λέει, μείγμα αλεπούς και λύκου που στην πανσέληνο έβγαιναν και καλούσαν τη συντροφό τους.

Η πέτρινη αυτή σκάλα με τα σαράντα σκαλοπάτια πάντα μου προκαλεί, ακόμα και σήμερα, ανάμεικτα συναισθήματα. Θυμάμαι τη γιαγιά να την ανεβαίνει έχοντας  φορτωμένα στην πλάτη της τα μικρά βαρέλια με το πόσιμο νερό και ο θαυμασμός μου φούντωνε γι’ αυτό της το κατόρθωμα. “Θέλει τρόπο μου έλεγε και όχι κόπο” και καμάρωνε για το θαυμασμό του εγγονού της, για τα ατελείωτα καλοκαιρινά βράδια με τα αυτοσχέδια παραμύθια και τις ιστορίες για την οικογένεια, αλλά και για εκείνη την άτυχη στιγμή που έπεσε και δεν κατάφερε να ξανασηκωθεί μέχρι που έφυγε απ’ τη ζωή και άφησε την πέτρινη σκάλα με τα σαράντα σκαλοπάτια να χορταριάσει…

Ο Τζώνη την ακολούθησε μη αντέχοντας τα γερατειά κι εγώ δεν τολμούσα να επισκεφθώ το παλιό σπίτι της οικογένειας μέχρι που το περασμένο καλοκαίρι πήρα το θάρρος και ξανανέβηκα την πέτρινη σκάλα με τα σαράντα σκαλοπάτια. Ήταν βράδυ, το Καπλάνι ούρλιαζε, ο ουρανός ήταν γεμάτος μικρές φλόγες που κατέβαινε σα μια μεγάλη πελώρια κουρτίνα, άλλοτε από βελούδο και άλλοτε από σατέν, και για ένα περίεργο λόγο έβλεπα πεντακάθαρα αν και ήταν βράδυ. Μέτρησα τα μεγάλα και μετά τα μικρά αστέρια και διαπίστωσα ότι ήταν κατά ένα περισσότερα, ήταν το αστέρι της Γιαγιάς της Βάσενας, έτσι τη φώναζε ο παππούς.

Ήταν αυτό το αστέρι που με τον τρόπο του μ’ έμαθε ν’ ανεβαίνω τα σκαλοπάτια ακόμα κι όταν είχα πέσει απ’ αυτά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

2,968ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,410ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
7ΑκόλουθοιΑκολουθήστε

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

error: Το περιεχόμενο προστατεύεται